Τρίτο Τακτικό Συνέδριο Περιλήψεις Εισηγήσεων

 

Τρίτο Τακτικό Συνέδριο της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας
Αθήνα, 3-5 Νοεμβρίου, 2011 - Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ 1975-2010:
ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ, ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ, ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ

Περιλήψεις  Εισηγήσεων
 

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Γ., Διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, giani.adam@gmail.com

«Το μετα-μοντέρνο βλέμμα των ερμηνευτικών προοπτικών στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης»
Στην Ελληνική κοινωνία σήμερα, κάτω από δυσάρεστες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες δρομολογούνται σε όλους τους τομείς σημαντικές θεσμικές αλλαγές οι οποίες αναμένεται να επηρεάσουν με τη σειρά τους την οργανωτική λειτουργία του όλου συστήματος.   
Κατά τη διαδικασία εξέλιξης των αλλαγών αυτών τα πάντα είναι υπό αμφισβήτηση, τροποποίηση, μεταβολή. Θα μπορούσαμε να πούμε με σημείο αναφοράς τον μεταμοντέρνο λόγο, ότι διανύουμε μια μεταβατική περίοδο συνεχούς αμφισβήτησης ίσως και του τέλους ιδεολογικών ή θεωρητικών σχημάτων τα οποία άρχισαν να οικοδομούνται από την εποχή του Διαφωτισμού και ολοκληρώθηκαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.  Ανεξάρτητα από το αν κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί με το προηγούμενο, είναι δεδομένο ότι η παγκόσμια κοινότητα βρίσκεται κάτω από μια συνεχή και αδιάκοπη διαδικασία μεταβολής κατά την οποία κυοφορούνται αλλαγές οι οποίες όμως δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί ακόμα, όπως θα ήταν αναμενόμενο.
Οι παραπάνω συνιστώσες όπως είναι φυσικό ασκούν σημαντική επιρροή στην επιστήμη της Κοινωνιολογίας, του κατεξοχήν δηλ. επιστημονικού εργαλείου, που ασχολείται με το κοινωνικό είναι και γίγνεσθαι, με στόχο τη δημιουργία νέων θεωρητικών σχημάτων προσέγγισης, ανάλυσης και ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων.  
Ας σημειωθεί ότι, στον θεσμό της εκπαίδευσης δρομολογούνται σημαντικές αλλαγές η σημαντικότητα των οποίων ορίζεται κατά κύριο λόγο από τη σχέση αλληλεπίδρασης που έχει ο θεσμός της ελληνικής εκπαίδευσης τόσο με τις αλλαγές που πραγματοποιούνται στους αντίστοιχους θεσμούς των κρατών-μελών της ΕΕ, όσο και με παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές.
Ειδικότερα, κάτω από το φάσμα των παραπάνω εξελίξεων και αλλαγών, θα προσπαθήσω να καταδείξω ότι στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, φαίνεται να υποχωρεί το ερευνητικό ενδιαφέρον με σημείο αναφοράς τις δομικές θεωρίες, ενώ συγχρόνως επικεντρώνεται στις ερμηνευτικές θεωρίες. Η προσέγγιση των εκπαιδευτικών ζητημάτων όχι απλώς ως φαινομένων που ετεροκαθορίζονται από κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα, αλλά ως καταστάσεων που οικοδομούνται καθημερινά μεταξύ των αλληλενεργούντων υποκειμένων, φαίνεται περισσότερο από ποτέ άλλοτε επίκαιρη, δεδομένου και του διαπολιτισμικού χαρακτήρα του σύγχρονου ελληνικού σχολείου.
 

 

ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ, Επίκ. Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, alexakis@pol.soc.uoc.gr

«Παγκόσμια οικονομική κρίση και Ελλάδα: Ευκαιρία για μια νέα μεταπολίτευση;»
Η χρηματοοικονομική κρίση ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2008 για να επεκταθεί σταδιακά  και έξω από τα σύνορά της, και σήμερα να γίνεται λόγος για παγκόσμια οικονομική κρίση. Στη χώρα μας δεν συνειδητοποιήσαμε τη σοβαρότητα της κατάστασης όταν το 2009 ζητήσαμε τη βοήθεια του ΔΝΤ, παρά μόνο ένα χρόνο αργότερα οπότε και έγιναν οι πρώτες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Σήμερα φαίνεται ότι εισερχόμαστε πλέον ολοκληρωτικά σε μια φάση στην οποία, για να αποφευχθεί η χρεοκοπία της χώρας, θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτόν που από τη μεταπολίτευση και μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει.
Στην εισήγησή μας θα υποστηρίξουμε, πρώτον, ότι η κρίση της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν αποτέλεσμα της αντίστοιχης παγκόσμιας αλλά προϋπήρχε, αποκρυπτόμενη επιμελώς από το πολιτικό σύστημα: η παγκόσμια οικονομική κρίση απλώς έφερε στο προσκήνιο –και βεβαίως επιδείνωσε– την εγχώρια. Δεύτερον, και ίσως πολύ σημαντικότερο από το πρώτο, με αφορμή την οικονομική κρίση ίσως είναι η ώρα να γίνει σαφές ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι πολύ λιγότερο οικονομικό και πολύ περισσότερο πρόβλημα πολιτικής κουλτούρας που έχει να κάνει με το γενικότερο ζήτημα της απουσίας ρυθμίσεων της λειτουργίας της κοινωνικής συμβίωσης και δράσης. Και τέλος, τρίτον, ίσως η αντιμετώπιση του οικονομικού μας προβλήματος να είναι μια τελευταία ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και το μείζον ζήτημα της ορθολογικής οργάνωσης της κοινωνίας μας, ώστε να μπορέσουμε στο μέλλον να σταθούμε ισότιμα και ανταγωνιστικά μέσα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής μας πορείας και προοπτικής.

ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ-ΜΑΡΑΤΟΥ ΛΑΟΥΡΑ, Ερευνήτρια ΕΚΚΕ, lalipranti@ekke.gr

«Οικογένεια στη σύγχρονη Ελλάδα: Εξελίξεις και μετασχηματισμοί»
Οι αλλαγές στο οικονομικό πλαίσιο  σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες  στο δεύτερο μισό του αιώνα μας, οι οποίες σηματοδοτούνται από την επικράτηση της καταναλωτικής κοινωνίας και τις διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, επέφεραν σημαντικές μεταβολές και ανακατατάξεις στη δομή, στις λειτουργίες, στη μορφή της οικογένειας, στους κοινωνικούς ρόλους των μελών της καθώς και στη διαδικασία μετάβασης και περάσματος των νέων από την νεανική στην ενήλικη φάση της ζωής τους.
Η σταδιακή μετατροπή της  χώρας μας από αγροτική-γεωργική κοινωνία σε σύγχρονη αστική, μεταβάλλει τη δομή και τη λειτουργία της ελληνικής οικογένειας. Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τη δομή της οικογένειας παρατηρούνται σημαντικοί μετασχηματισμοί που αφορούν τη γαμήλια συμπεριφορά του ελληνικού πληθυσμού (γάμος και διαζύγια), τη μορφή και τη σύνθεση της σύγχρονης οικογένειας καθώς και τη  λειτουργία και τους ρόλους των δυο φύλων στο πλαίσιο του ιδιωτικού βίου.
  Τα κεντρικά ερωτήματα που θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο πλαίσιο της παρούσης μελέτης είναι τα ακόλουθα:
- Ποιές είναι οι μεταβολές της συμπεριφοράς του πληθυσμού στην Ελλάδα σε σχέση με τον γάμο κατά την μεταπολεμική περίοδο και σε ποιό βαθμό οι γάμοι διαλύονται ευκολότερα ή/και ταχύτερα σήμερα;
- Σε ποιό βαθμό τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης οικογένειας στην Ελλάδα αναδεικνύουν στοιχεία σημαντικών μεταβολών ή απλά δείχνουν την αναδιαμόρφωση της δομής της;

ΑΡΑΝΙΤΟΥ ΒΑΛΙΑ, Λέκτορας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, varanitou@esse.gr

«Αφανείς μεταβολές και λανθάνουσες μετατοπίσεις στην κοινωνική συγκρότηση των μικρο-μεσαίων στρωμάτων στη συγκυρία της ελληνικής κρίσης χρέους»
Η συγκυρία του Μνημονίου έχει δημιουργήσει ένα νέο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον εντός του οποίου τα κοινωνικά υποκείμενα καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τις συλλογικές στρατηγικές. Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα αποτελεί ένα από τα πλέον σταθερά και εγγενή στοιχεία στην ελληνική κοινωνική δομή. Ωστόσο η συνθήκη της κρίσης έχει μεταβάλλει τις προτεραιότητες και τις εδραιωμένες πρακτικές των συγκεκριμένων στρωμάτων, μια εξέλιξη η οποία έχει οδηγήσει τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες σε πρωτόγνωρες καταστάσεις.
Σκοπός της παρούσας ανακοίνωσης είναι να περιγράψει τους μετασχηματισμούς βασιζόμενη στα εμπειρικά στοιχεία των τριών τελευταίων Ετήσιων Εκθέσεων Ελληνικού Εμπορίου (2008, 2009, 2010). Θα επιχειρήσουμε να υποστηρίξουμε τις ακόλουθες υποθέσεις: α) το ελληνικό μικρό και μεσαίο εμπόριο εξακολουθεί να είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες του ελληνικού ιδιωτικού τομέα, β) η ελληνική κρίση χρέους έχει επηρεάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό το μικρομεσαίο εμπόριο, γ) σε επίπεδο πολιτικής εκπροσώπησης οι επιπτώσεις της κρίσης έχουν ωθήσει τη βασική δομή εκπροσώπησης του ελληνικού εμπορίου, την ΕΣΕΕ, σε θέσεις και δράσεις οι οποίες κινούνται σε μία πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση. Τελικός στόχος είναι να αναρωτηθούμε για τους τρόπους με τους οποίους διάφορες πολιτικές οργανώσεις μετουσιώνουν σε πολιτικές στρατηγικές τα συλλογικά συμφέροντα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, ιδίως σε συνθήκες οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης.
 

ΑΦΟΥΞΕΝΙΔΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, Ερευνητής Δ’, Ινστιτούτο Πολιτικής Κοινωνιολογίας, ΕΚΚΕ, afouxenidis@ekke.gr

«Η παγκόσμια κρίση και οι επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία»
H κεντρική ιδέα της παρουσίασης, βασίζεται στη διαπίστωση ότι εδώ και μερικά χρόνια –τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του 1990– το παγκόσμιο σύστημα και ιδιαίτερα τα δυτικά αστικο-κοινοβουλευτικά καθεστώτα βρίσκονται σε φθίνουσα πορεία. Σε σχέση με την Ελλάδα θα ισχυρισθούμε τεκμηριωμένα ότι η παρούσα οικονομική και πολιτική κρίση είναι δημιούργημα και αποτέλεσμα της μεταπολιτευτικής περιόδου – δηλαδή ότι μπορούμε να μιλήσουμε για “Ελληνική ιδιαιτερότητα”.  
Μετά την κατάρρευση των «σοσιαλιστικών» καθεστώτων και την ενσωμάτωση των χωρών αυτών στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, υπήρξε για μια στιγμή μια αίσθηση αισιοδοξίας για το μέλλον της ανθρωπότητας – ότι δηλαδή απομακρυνόμαστε από ολιγαρχικές μορφές διακυβέρνησης και ότι με τη βοήθεια της κοινωνίας πολιτών η συμμετοχή στα κοινά θα αυξηθεί και άρα το δημοκρατικό πολίτευμα θα διευρυνθεί.
Η πραγματικότητα όμως μας έδειξε ότι το παγκόσμιο σύστημα κινήθηκε αντίθετα. Παρά τις εκατοντάδες χιλιάδες κινητοποιήσεις από ομάδες, φόρουμ, συνδικάτα αλλά και τις φωνές διαμαρτυρίας από μεμονωμένες προσωπικότητες, τα βασικά ζητήματα και προβλήματα της ανθρωπότητας –όπως είναι οι μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, το περιβάλλον, η φτώχεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ισονομία και η δικαιοσύνη– οπισθοχώρησαν ακόμη και σε χώρες που είχαν προχωρήσει αρκετά στη διαμόρφωση πολιτικών προς τη κατεύθυνση της επίλυσής τους.
Κατά τη γνώμη μας αυτό το σύνθετο ζήτημα δεν εξηγείται αποκλειστικά και μόνο με τις κλασικές θεωρήσεις (φιλελεύθερες και σοσιαλιστικές) που αφορούν τη συγκρότηση του καπιταλισμού και του τρόπου λειτουργίας των αγορών ή την εγγενή αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Υποψιαζόμαστε ότι υπάρχουν και άλλα στοιχεία που αφορούν την όξυνση των παραπάνω φαινομένων. Ένα από αυτά σχετίζεται με την αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής. Με άλλα λόγια η μετατροπή της «πολιτικής» σε κάτι που αποκαλείται γενικά «διακυβέρνηση» έχει ουσιαστικά αποπολιτικοποιήσει τα δημοκρατικά καθεστώτα. Τα παραδοσιακά πολιτικά δικαιώματα παραμένουν –για παράδειγμα το δικαίωμα στην ψήφο, αλλά υπάρχει πλέον μεγάλη απόσταση από τα υπόλοιπα κοινωνικά δικαιώματα που εμπλουτίζουν τη δημόσια σφαίρα.
Κι ενώ οι παραδοσιακές θεωρητικές προσεγγίσεις –της Δεξιάς και της Αριστεράς– έχουν καταρρεύσει ή παρουσιάζουν αξιόλογες αδυναμίες στη συγκρότηση νέων απόψεων, συνεχίζουν να συντηρούνται από μια σχετικά αποδυναμωμένη –στο επίπεδο της σημασίας του παραγόμενου έργου αλλά θα λέγαμε ενδυναμωμένη στο επίπεδο των συσχετίσεων με την εξουσία– ακαδημαϊκή ελίτ που προσβλέπει στη διατήρηση του ηγεμονικού λόγου της. Αυτή είναι μια αρκετά αξιοσημείωτη διαφορά με το παρελθόν: στην εικοσαετία 1960-1980 παράχθηκε στις κοινωνικές επιστήμες, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, ένας μεγάλος όγκος εναλλακτικής-κριτικής σκέψης τόσο σε θεωρητικό όσο και σε εμπειρικό επίπεδο, που αφορούσε τόσο τις φιλελεύθερες όσο και τις αριστερές σχολές διανόησης. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, σήμερα δεν υπάρχει και η «διανόηση», με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχει ενσωματώσει μια συντηρητική «καθώς πρέπει» οπτική και έχει απολέσει όποια κριτικά στοιχεία είχε.
 

ΒΑΛΑΣΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, Κοινωνιολόγος, Ερευνήτρια, dvalassi@gmail.com

«Κοινωνική αναπαραγωγή και εκπαιδευτικές στρατηγικές των ανώτερων και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων της Αθήνας: Το οικονομικό και πολιτισμικό κεφάλαιο των οικογενειών των μαθητών ιδιωτικών σχολείων»
Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, το εκπαιδευτικό σύστημα κατέχει κεντρικό ρόλο στην διαμόρφωση και την αναπαραγωγή της ταξικής δομής και των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, αποτελεί την κυρίαρχη οδό για την είσοδο των ατόμων στις ανώτερες κοινωνικές θέσεις. Ειδικότερα, η επιλογή ιδιωτικού σχολείου φαίνεται να συνδέεται με τις εκπαιδευτικές στρατηγικές των ανώτερων και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, την κοινωνική αναπαραγωγής τους και την συμβολική νομιμοποίηση των προνομίων τους. Στην παρούσα εισήγηση* θα επιχειρήσουμε μια πρώτη διερεύνηση των κοινωνικών παραγόντων (θέση στην κοινωνικο-επαγγελματική δομή, οικονομικό κεφάλαιο, πολιτισμικό κεφάλαιο) και της αλληλεξάρτησης τους (με όρους στατιστικής σημαντικότητας) που επιδρούν στην διαδικασία επιλογής δημοσίου ή ιδιωτικού σχολείου. Η βασική υπόθεση είναι ότι η «επιλογή» ιδιωτικού σχολείου μπορεί να προσδιοριστεί, σύμφωνα με τη θεωρία του Pierre Bourdieu, ως το αποτέλεσμα της συσσώρευσης διαφορετικών ειδών κεφαλαίου (οικονομικού, κοινωνικού, πολιτισμικού) και της δομής των κεφαλαίων αυτών. Σύμφωνα με τα αποτέλεσμα της έρευνας μας, οι οικογένειες οι οποίες επιλέγουν για την εκπαίδευση των παιδιών τους ιδιωτικούς θεσμούς εκπαίδευσης βρίσκονται σε προνομιακή θέση εντός του κοινωνικού κόσμου. Πρόκειται κατά κύριο λόγω για ελεύθερους επαγγελματίες και άτομα που ασκούν επιστημονικά επαγγέλματα και επαγγέλματα διοίκησης, με υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο και επίπεδο εξειδίκευσης, με υψηλό εισόδημα, το οποίο για κάποιους έχει και τα χαρακτηριστικά του πραγματικού πλούτου, και οι οποίες καταναλώνουν ένα σημαντικό μέρος των εισοδημάτων τους σε πολιτισμικά αγαθά.
Το δείγμα της έρευνας αποτελούν 930 μαθητές δημοσίων και ιδιωτικών σχολείων (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) της Αθήνας. Πηγή των δεδομένων αποτέλεσε η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (κατά τα έτη 2004 – 2005). Η εισήγηση φιλοδοξεί να συνεισφέρει στον επιστημονικό διάλογο που αναπτύσσεται στη χώρα μας αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις συγκρότησης των κοινωνικών τάξεων και πιο συγκεκριμένα των ανώτερων και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, για τα οποία το εκπαιδευτικό σύστημα κατέχει κυρίαρχη θέση στην κοινωνική τους αναπαραγωγή.
* Στην εισήγηση θα παρουσιαστεί μέρος των αποτελεσμάτων έρευνας η οποία πραγματοποιήθηκε από την συγγραφέα στο πλαίσιο του πολυθεματικού ερευνητικού προγράμματος «Τάσεις κοινωνικού μετασχηματισμού στον αστικό χώρο: κοινωνική αναπαραγωγή, κοινωνικές ανισότητες και κοινωνική συνοχή στην Αθήνα του 21ου αιώνα (Αριστεία ΙΙ – 2006-2008)» το οποίο υλοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Αστικής & Αγροτικής Κοινωνιολογίας τους Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).

ΒΛΑΧΟΥ ΒΙΚΥ, Λέκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, vvlachou2009@yahoo.gr

 «Η ενδοοικογενειακή βία στην ελληνική κοινωνία: Μεταρρυθμίσεις, προκλήσεις και προοπτικές σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο»
Η ενδοοικογενειακή βία συνιστά ένα από τα σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα που απασχολούν, μεταξύ άλλων, την ελληνική κοινωνία και το οποίο χρήζει άμεσης και ουσιαστικής παρέμβασης, δεδομένου ότι έχει λάβει διαστάσεις κοινωνικής μάστιγας. Η αντιμετώπισή του ακόμη και σήμερα, από μερίδα του πληθυσμού ως απόκρυφης οικογενειακής υπόθεσης που ενσταλάζει στα θύματα συναισθήματα φόβου, ντροπής και ενοχής έρχεται σε αντίθεση με την ευρεία ευαισθητοποίηση σε θέματα οικογενειακής βίας και τις τελευταίες μεταρρυθμίσεις σε θεσμικό επίπεδο. Η ευρεία αναγνώριση των διαστάσεων του προβλήματος σε συνδυασμό με ποικίλες πρωτοβουλίες σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο, σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας εποχής, όπου η βία μέσα στην ελληνική οικογένεια θα αντιμετωπίζεται δυναμικά τόσο σε επίπεδο νοοτροπίας, όσο και καθημερινής πρακτικής.     
Στο πλαίσιο αυτό, επιδιώκεται η ουσιαστική μείωση του εξαιρετικά υψηλού σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη μορφή βίας, διαμέσου της ενίσχυσης των πολιτών και των επαγγελματιών (π.χ. δασκάλων και καθηγητών) να καταγγέλλουν τα σχετικά περιστατικά καθώς και των αρμοδίων υπηρεσιών να τα αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά, υπερνικώντας διάφορα προσκόμματα.
Η νέα πραγματικότητα σε θεσμικό επίπεδο (Ν 3500/2006) επιχειρεί αρχικά να ενσωματώσει τις τρέχουσες εξελίξεις και τους μετασχηματισμούς που έχουν επέλθει στην ελληνική κοινωνία, στην νέα έννοια της οικογένειας που θεσπίζεται και η οποία συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων και τους συντρόφους εφόσον συνοικούν (άρθρ. 1§2 Ν. 3500/2006). Επίσης, διαμέσου συγκεκριμένων διατάξεων (άρθρο 4 Ν. 3500/2006) κλονίζεται η βαθιά ριζωμένη αντίληψη στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, που αφορά στην άσκηση σωματικής βίας σε βάρος ανηλίκων ως μέσο σωφρονισμού στο πλαίσιο της ανατροφής τους. Παράλληλα, αναγνωρίζεται η έννοια του βιασμού μέσα στο γάμο και εισάγεται η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης προκειμένου να αμβλυνθεί η ένταση μεταξύ του δράστη και του θύματος ενδοοικογενειακής βίας και να διευκολυνθεί η αποκατάσταση του τελευταίου.        
Οι ανωτέρω επισημάνσεις περιγράφουν ορισμένους από τους μετασχηματισμούς που έχουν επέλθει στην ελληνική κοινωνία στο ζήτημα της βίας μέσα στην οικογένεια και συνιστούν προκλήσεις για καλύτερη μελλοντική αντιμετώπιση.          

ΒΟΥΛΓΑΡΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, Διδάκτωρ, Σχολή Επιστημών του Ανθρώπου, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, kvoulgari@uth.gr

«Ταυτότητα και μετεωριζόμενη συνείδηση σε περιόδους μετάβασης. Το Παράδειγμα του διπλού βιβλίου τού Δημήτρη Χατζή»

Από τις αρχές της δεκαετίας τού 1980, με τη στροφή στο φιλοσοφικό μεταμοντερνισμό, παρατηρείται μια αυξανόμενη ενασχόληση με την έννοια της ταυτότητας. Ο όρος ταυτότητα έχει ψυχαναλυτική καταγωγή και παραπέμπει στη σταθερή και ανθεκτική στο χρόνο αίσθηση του εαυτού. Παρόλο που οι σχέσεις με το περιβάλλον μεταβάλλονται, υπάρχουν μερικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας που παραμένουν αναλλοίωτα: όσο τραυματικές εμπειρίες και να βιώσει το μη παθολογικό άτομο κατά το πέρασμα από μια φάση της ζωής του σε μια άλλη, δεν έχει την αίσθηση ότι είναι κάποιος άλλος/άλλη. Διαμέσου της συνεχώς μεταβαλλόμενης πορείας της ζωής του, το άτομο ταυτίζεται με τον εαυτό του.
Στόχος της προτεινόμενης εισήγησης είναι να φωτίσει την έννοια της μεθοριακότητας (liminality). Το να ζει κανείς εκτός χρόνου αλλά εντός της εποχής, εκτός τόπου αλλά εντός τού κόσμου, κινούμενος στο όριο, άπτεται μεταιχμιακών καταστάσεων, όπως της εμπειρίας της μετανάστευσης, της εξορίας, του ταξιδιού. Αν δεχθούμε ότι ζούμε σήμερα στη μεταβατικότερη, ίσως, των μεταβατικών εποχή, το ζήτημα της μεθοριακότητας αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα ενδιαφέροντος και προβληματισμού. Στα σύγχρονα παγκοσμιοποιημένα δεδομένα η διάβαση από τον ένα πολιτισμό στον άλλο, η πάλη των συνόρων, η συνάντηση δύο πλαισίων αναφοράς, η απομάκρυνση από αυστηρά περιχαρακωμένες ιδέες, τείνουν προς μια συνολικότερη προοπτική. Οι έννοιες αυτές συμπλέκονται και συνυφαίνονται στην καρδιά τού ερωτήματος -με τα λόγια τού ποιητή- μήπως ο ξένος και ο άλλος  βρίσκονται στον καθρέφτη μας. Ο προσδιορισμός τού εαυτού ή του άλλου καθίσταται μια αναστοχαστική διαδικασία.
Το Διπλό Βιβλίο -που αν και γραμμένο μεταπολιτευτικά, μοιάζει να είναι σημερινό- γεμάτο μεταβάσεις στο χρόνο και το χώρο, διαπνέεται από ένα αίσθημα αναπότρεπτου τέλους για έναν κόσμο που χάνεται ανεπιστρεπτί. Μπροστά στην κατάρρευση ενός κόσμου, ο εκπατρισμένος συγγραφέας σκιαγραφεί το ανεκπλήρωτο όνειρο, το αίσθημα προσωρινότητας και αναμονής, την επισφαλή ισορροπία της ζωής. Το βλέμμα τού Δ. Χατζή είναι κοινωνιολογικό, μια ανατομία των μετασχηματισμών της νεοελληνικής κοινωνίας και συνάμα του εξαιρετικά πολύπλοκου και ιδιόμορφου των ανθρώπινων προβλημάτων.
 

ΓΑΒΡΙΕΛΑΤΟΣ ΆΡΗΣ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, mustilaki@yahoo.gr

«Κοινωνικές μεταλλαγές και αστικό τοπίο στην Αθήνα κατά τη δεκαετία 1990-1999»
Η παρούσα εργασία επιδιώκει να παρουσιάσει τις σημαντικές μεταβολές που έλαβαν χώρα στην Αθήνα και κατ ‘ επέκταση στο λεκανοπέδιο της Αττικής κατά τη δεκαετία του 90, μέσα από τα ερευνητικά πεδία της αστικής κοινωνιολογίας και της αστικής ιστορίας. Το θεωρητικό υπόβαθρο σχετίζεται με τη συλλογιστική της «Σχολής του Σικάγο» των Park, Burgess, και McKenzie όπου η πόλη θεωρείται ένα σύστημα αλληλεπιδράσεων που ακολουθεί την επονομαζόμενη οικολογική διαδικασία.
Στην εργασία αυτή θα προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τις εξής οκτώ διαδικασίες: Συγκέντρωση, Κεντρικότητα, Εξειδίκευση, Εισβολή, Διαδοχή, Αποκέντρωση, Τυποποίηση, και Κυριαρχία όπως απορρέουν από τη συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση ώστε να παρατηρήσουμε αν λειτουργούν στον χώρο της πόλης της Αθήνας και της Αττικής κατά τη δεκαετία του 90, την οποία θεωρούμε κομβικής σημασίας για την αστική ιστορία της Αθήνας.
Για να ενισχύσουμε την άποψη μας, θα χρησιμοποιήσουμε στοιχεία της αστικής ιστορίας, δηλαδή της πρόσφατης ιστορίας της Αθήνας και θα αναφέρουμε ότι  κατά τη διάρκεια της δεκαετίας αυτής εισήλθαν στη χώρα μετανάστες, ιδιαίτερα από την Αλβανία, οι οποίοι βρέθηκαν σε μεγάλους αριθμούς στο λεκανοπέδιο της Αττικής και συγκεκριμένα, ιδιαιτέρως συμβολικά, στην Πλατεία Ομονοίας.  Ακόμα, στα μέσα της δεκαετίας είχαμε ένα αμφισβητούμενο σχέδιο πεζοδρομήσεων στο ιστορικό κέντρο της πόλης ενώ παράλληλα η Αθήνα και οι πολίτες της βίωσαν το μεγαλύτερο έργο που άλλαξε την πόλη, τους χώρους της αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμασταν την πόλη, την κατασκευή του Μητροπολιτικού Σιδηρόδρομου. Τελειώνοντας, λίγο πριν το 2000 θεωρούμε ότι ξεκινάει πλέον η «έξοδος» προς τα προάστια της πόλης των ανώτερων κοινωνικοοικονομικών τάξεων γεγονός που επιβεβαιώνει τη λειτουργία ορισμένων μοντέλων της «Σχολής του Σικάγο» αλλά και παγιώνει συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής ανομίας στο κέντρο της πόλης.

ΓΟΥΓΑ ΓΕΩΡΓΙΑ, Επίκ. Καθηγήτρια, ΤΕΙ Αθήνας, zetagouga@hol.gr
ΚΑΜΑΡΙΑΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Επίκ. Καθηγητής, Τμήμα Π.Τ.Δ.Ε, Πανεπιστήμιο Πατρών,  kamarian@upatras.gr

Η κρίση χρέους ως κρίση κοινωνικής συνοχής: Οι διαχειριστικές λογικές και η αναγκαιότητα της επικοινωνιακής λογικότητας»
Η διεθνής και η ελληνική βιβλιογραφία αλλά και το ελληνικό κοινωνικό-οικονομικό σκηνικό κυριαρχούνται από μια κομβική συζήτηση επαναδιαπραγμάτευσης του ρόλου του κράτους στην εθνική κοινωνική πολιτική σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία και η εκπαίδευση.  Η συζήτηση αυτή  δεν είναι καινοφανής.  Οι νέες για το ελληνικό πεδίο λογικές διαχείρισης σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία έχουν τις αφετηρίες τους στο μεταφορντισμό. Η υπαγωγή όμως της Ελλάδας σε υπερεθνικά μορφώματα όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διαφοροποίησαν σημαντικά τη συνολική εννοιολόγηση των κοινωνικών δράσεων και επέβαλαν την εισαγωγή ενός νέου για την ελληνική κοινωνία, διαχειριστικού λόγου.
 Σκοπός της μελέτης είναι η συνεισφορά στην κοινωνιολογική ανάλυση  και την ερμηνεία του λόγου διαχείρισης της κρίσης, ως λόγου εννοιολόγησης της κοινωνικής δράσης . Κεντρική υπόθεσή της μελέτης αποτελεί η θέση πως η κρίση δεν αφορά το χρέος ή το ρόλο του κράτους, αλλά αναφέρεται και επαναπροσδιορίζει ντετερμινιστικά την επικοινωνιακή λογικότητα των δυτικών δημοκρατιών.
Συνεπώς έχοντας ως στόχο την ανάλυση του παραπάνω σκεπτικού και με θεωρητικό άξονα τη σκέψη του γερμανού διανοητή J. Habermas, θα επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε τις σχετικές εξελίξεις αναδεικνύοντας την ανάδυση των νέων διαχειριστικών λογικών ως πρόβλημα κοινωνικής συνοχής και πολιτικής συμμετοχής.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΩΣΤΑΣ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ, costasele@gmail.com
ΤΣΑΚΙΡΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ, Διδάκτωρ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ, tsakthan@gmail.com

«Τα ‘’νέα’’ σωματεία των επισφαλώς εργαζομένων και η ‘’ψηφιακή’’ οργάνωση: Μύθοι και πραγματικότητες»
 Η τελευταία δεκαετία έχει σηματοδοτήσει μία εκκινούσα αναπροσαρμογή συγκεκριμένων εκδοχών του συνδικαλιστικού κινήματος στις νέες εργασιακές πραγματικότητες – βλ. διεύρυνση ελαστικών μορφών εργασίας. Τα διάφορα «νέα» σωματεία των επισφαλώς εργαζομένων έχουν διαμορφώσει δομές πολύ διαφορετικές από εκείνες των «παραδοσιακών» συνδικάτων και έχουν επιλέξει το διαδίκτυο (ιστολόγια, κοινωνικά δίκτυα) ως προνομιακό δίαυλο επικοινωνίας με τα μέλη τους και τις λοιπές οργανώσεις.
Στην παρούσα ανακοίνωση θα εξετάσουμε ορισμένες από αυτές τις νέες οργανώσεις [όπως οι Σύλλογοι Εργαζομένων στη Vodafone και εκτάκτων ΟΤΕ, Υπαλλήλων Βιβλίου και Χάρτου, Καθηγητών Φροντιστηρίων, Εργαζομένων στην Εθνοdata καθώς και μορφώματα που δεν έχουν ακόμη πάρει τη νομική μορφή του σωματείου] δίνοντας έμφαση στην εσωτερική τους οργάνωση, τον πολιτικό τους λόγο και την επικοινωνιακή τους στρατηγική και θα υποστηρίξουμε τις ακόλουθες υποθέσεις: (α) στις περισσότερες των περιπτώσεων το διαδίκτυο υποκαθιστά μία πολύ χαλαρή και ρευστή οργανωτική δομή, (β) τα εν λόγω συνδικάτα λόγω της φύσης των επαγγελματικών χώρων στους οποίους απευθύνονται δε μπορούν να διατηρήσουν σταθερές βάσεις μελών, οπότε το διαδίκτυο αναδεικνύεται σε βασικό δίαυλο κινητοποίησης, (γ) με όρους συνδικαλιστικού λόγου παρατηρείται μία μεγαλύτερη οξύτητα στις εκφράσεις, αντίστοιχη με την ελευθεροστομία που παρακολουθείται στα περισσότερα ιστολόγια.
Το κύριο ερώτημα που μας απασχολεί είναι το αν αυτή η νέα «τεχνολογική» διάρθρωση των νέων συνδικάτων συμβάλλει στην ενίσχυση της ενδο-οργανωσιακής δημοκρατίας των εν λόγω δομών ή αν αντίθετα διαμορφώνει μία ιδιότυπη συνδικαλιστική ολιγαρχία. Οι νέες ψηφιακές επικοινωνιακές στρατηγικές αλληλεπιδρούν με τις παλαιότερες συνδικαλιστικές μεθόδους ή συνιστούν υπέρβασή τους. Και τέλος σε ποιο βαθμό η υποκατάσταση των τυπικών δομών εσωτερικής οργάνωσης από το διαδίκτυο ενισχύει το συγκρουσιακό στοιχείο στις δράσεις τους.  

ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΕΡΣΗ, Ερευνήτρια, Ινστιτούτο Αστικής και Αγροτικής Κοινωνιολογίας, ΕΚΚΕ, ezacop@ekke.gr

«Κατακερματισμένη κοινωνία παροχών και η αδυναμία του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος»
 Η νομιμοποίηση του κοινωνικού-πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης εδραιώθηκε στη συνεχή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τις διευρυμένες δυνατότητες ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Γνωρίζουμε - τουλάχιστον τώρα πια - ότι τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο δεν απετέλεσαν παρά εν μέρει απόρροια της αναπτυξιακής διαδικασίας και των ατομικών επιτευγμάτων. Και τα δύο ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της λειτουργίας του μεταπολιτευτικού πελατειακού μοντέλου το οποίο, μέσω του κράτους, διένειμε συλλογικές και ατομικές παροχές – συχνά θεσμοθετημένες – σε κοινωνικο-επαγγελματικές ομάδες και άτομα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η κοινωνική συναίνεση προς το «αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς», που τα κόμματα της αριστεράς έδωσαν με την ένταξή τους στο επίσημο πολιτικό σύστημα, εδόθη και στη βάση της δικής τους συμμετοχής στο διευρυμένο σύστημα αναδιανεμητικών παροχών. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το πελατειακό σύστημα απετέλεσε στη μεταπολιτευτική περίοδο το κύριο συστατικό της κοινωνικής συνοχής και συναίνεσης. Η κατάρρευση της δυνατότητας του κράτους να συνεχίσει τον αναδιανεμητικό του ρόλο, είχε εύλογα ως αποτέλεσμα και την κατάρρευση τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης.
Παρά ταύτα, οι ερμηνείες της σύγχρονης κρίσης και οι συνακόλουθοι τρόποι αντιμετώπισής της φαίνονται να εξαντλούνται σε δύο: α) στην κρίση του νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και β) στη διαφθορά των Ελλήνων πολιτικών και στα διαπλεκόμενα συμφέροντα. Με επιμέρους παραλλαγές οι ερμηνείες αυτές φαίνονται να υιοθετούνται από το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας ανεξάρτητα από την ταξική ή πολιτικο-ιδεολογική ένταξη των μελών της. Η σημερινή ελληνική κοινωνία, αν και βαθύτατα διχασμένη, φαίνεται να ομονοεί σε κάτι: στην άρνησή της να εξετάσει και να συμπεριλάβει στις παραπάνω ερμηνείες, τους εγγενείς δομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες της κρίσης.
Η εισήγηση που προτείνεται θα εστιάσει στην επισκόπηση του κατακερματισμένου κοινωνικού τοπίου της μεταπολίτευσης και των σχέσεων των επί μέρους στοιχείων του με το κράτος-φορέα παροχών. Το υλικό προέρχεται από παλαιότερη έρευνα του ΕΚΚΕ αναφορικά με τις κοινωνικές κινητοποιήσεις, τους φορείς και τα αιτήματά τους. Η εισήγηση στόχο έχει να συμβάλλει κατ’ελάχιστον στην ανάδειξη του αδιεξόδου που δημιουργεί η σημερινή αδυναμία αναπαραγωγής του μεταπολιτευτικού κοινωνικού μοντέλου σε συνδυασμό με την σχεδόν καθολική άρνηση αξιολόγησης και υπέρβασης των αδυναμιών του και την πρόσληψη του όποιου μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος ως μείωση των δυνατοτήτων της λαϊκής παρέμβασης και άρα και της δημοκρατίας.
 

ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο,  thanostheofilopoulos@hotmail.com

«Η άκρα δεξιά στην Ελλάδα: 1974-2009»
Το 1974, μετά από την αντίσταση του ελληνικού λαού, τα δραματικά γεγονότα του Πολυτεχνείου, την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την διεθνή απομόνωση, η καταστροφική για την πατρίδα μας επταετής δικτατορία των συνταγματαρχών, κατέρρευσε. Είχε έρθει πλέον η στιγμή να εγκαθιδρυθεί στην Ελλάδα, ουσιαστικά για πρώτη φορά μετά τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά το 1936, ένα ελεύθερο δημοκρατικό πολίτευμα, χωρίς πιστοποιητικά «εθνικοφροσύνης», χωρίς νοθευμένα εκλογικά αποτελέσματα, χωρίς εξορίες, βασανιστήρια και εκτελέσεις δημοκρατικών πολιτών. Η χώρα μας θα αρχίσει σταδιακά να μπαίνει σε τροχιά εκδημοκρατισμού, ανάπτυξης και ένταξης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Όμως, ήδη από τους πρώτους μήνες μετά την πτώση της δικτατορίας, στελέχη, οπαδοί και νοσταλγοί του Απριλιανού καθεστώτος, αρνούμενοι να αποδεχτούν την ήττα τους και βαθιά εμποτισμένοι από το εθνικιστικό, ρατσιστικό και αντικομουνιστικό πνεύμα της Χούντας, θα δημιουργήσουν πολιτικούς σχηματισμούς, επιδιώκοντας την επάνοδο τους στη λήψη αποφάσεων, αυτή τη φορά μέσω της δημοκρατικής νομιμότητας. Παράλληλα, θα προβούν σε τρομοκρατικά χτυπήματα, ενώ ύποπτες «κινήσεις» θα καταγραφούν και στο στράτευμα. Αλλά, παρ’ όλες τις προσπάθειες τους για επαναφορά στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής, τα ακροδεξιά κόμματα και οι οργανώσεις που θα δημιουργήσουν όσοι αναπολούν τη δικτατορία, θα φυτοζωούν και τελικά θα διαλυθούν.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, παρατηρείται σχηματισμός νέων ακροδεξιών οργανώσεων και πολιτικών κομμάτων. Οι νέοι αυτοί σχηματισμοί, με μερικές «γραφικές» εξαιρέσεις, δηλώνουν ότι αποδέχονται πλήρως τη δημοκρατική νομιμότητα, αποφεύγουν κάθε ανοιχτό συσχετισμό με το Απριλιανό καθεστώς και τα φασιστικά καθεστώτα του Μεσοπολέμου  και θέτουν στο επίκεντρο του ιδεολογικού και προγραμματικού τους λόγου την άμεση απομάκρυνση όλων των «λαθρομεταναστών» και την υιοθέτηση μιας «σκληροπυρηνικής» γραμμής στα ανοιχτά εθνικά μας ζητήματα. Κανένα όμως από αυτά δεν κατάφερε νε εκλέξει έστω ένα υποψήφιο του στις εθνικές εκλογές ή στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Αλλά, στις εθνικές εκλογές του 2007, το ακροδεξιό κόμμα ΛΑ.Ο.Σ., με την εκλογή δέκα βουλευτών θα πετύχει μια ιστορική νίκη για την άκρα δεξιά στη χώρα μας. Λίγο αργότερα, το 2009 είναι θα γίνει ακόμα ένα έτος κομβικής σημασίας για τον ελληνικό ακροδεξιό χώρο καθώς έως και την χρονιά αυτή, το ΛΑ.Ο.Σ. είναι το μόνο ελληνικό ακροδεξιό κόμμα της Μεταπολίτευσης που πέτυχε να εκλέξει βουλευτές σε εθνικές εκλογές για δεύτερη – και μάλιστα συνεχή - φορά, ενώ, επίσης, είναι το μόνο κόμμα της Μεταπολίτευσης, προερχόμενο από το κόμμα εξουσίας (Νέα Δημοκρατία),  που κατάφερε την είσοδο του για δεύτερη φορά στο ελληνικό κοινοβούλιο (σε αντίθεση με την Πολιτική Άνοιξη, το ΔΗΚΚΙ).  
Πολλά τα ερωτήματα που αναδύονται στο σημείο αυτό: πού πέτυχε το ΛΑ.Ο.Σ. και απέτυχαν τα άλλα ελληνικά ακροδεξιά κόμματα; Ποιές ήταν οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που συνέβαλλαν στην επιτυχία του; Υπήρξαν συνθήκες και  εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον που αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για την διάδοση και ισχυροποίηση των αντιλήψεων και των ιδεών της άκρας δεξιάς; Ποιά σχέση μπορεί να έχει το ΛΑ.Ο.Σ. με τα κόμματα και του σχηματισμούς της δεκαετίας του 1950 και του 1960; Υπάρχει κάτι που μπορεί να συνδέει ένα κόμμα του 21ου αιώνα, εκπροσωπούμενο στο ελληνικό και στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, με τους συνεργάτες των Ναζί κατακτητών, την παράταξη των νικητών του Εμφυλίου Πολέμου, τα στελέχη του παρακράτους της δεξιάς ή/και το Απριλιανό καθεστώς;
Με την παρούσα εισήγηση θα επιχειρήσω, ως ένα βαθμό, να απαντήσω στο πως μετασχηματίστηκε και εξελίχθηκε η δράση και ο λόγος της ελληνικής άκρας δεξιάς από την πτώση της χούντας έως σήμερα, ποια ιδεολογικά-οργανωτικά χαρακτηριστικά απώλεσε, ποια προσέλαβε και ποια έμειναν σταθερά - πάντα σε συνάρτηση με τις διεθνείς και εσωτερικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες-, καθώς και ποια η σχέση της, οι ομοιότητες και οι διαφορές με ξένα κόμματα και οργανώσεις της ίδιας ιδεολογικής-πολιτικής οικογένειας.

ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΩΣΤΑΣ, Διδάκτωρ, Εκπαιδευτικός, ktherian@otenet.gr
ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ, Ερευνητής ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, Λέκτορας Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας

«Επιλογή σχολείου και στρατηγικές των κοινωνικών τάξεων. Θεωρητική προσέγγιση και εμπειρική διερεύνηση»
Η επιλογή σχολείου από τους γονείς (parental choice) αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί το βασικό εργαλείο για τη μετατροπή  του σχολείου από δημόσιο και καθολικό αγαθό σε υπηρεσία  που υπάγεται εξ ολοκλήρου στην ηγεμονία της αγοράς.  Οι μεταρρυθμίσεις στις Η.Π.Α. και την Αγγλία, οι οποίες ήταν οι κυριότερες και οι πιο αντιπροσωπευτικές στο ζήτημα της εισαγωγής της επιλογής σχολείου, έχουν μελετηθεί επαρκώς από διάφορες οπτικές γωνίες και θεματικές.
Έρευνες από την σκοπιά της αποτελεσματικότητας του σχολείου έχουν δείξει ότι οι επιδόσεις των μαθητών που μετακινήθηκαν από το σχολείο της γειτονιάς τους δεν βελτιώθηκαν θεαματικά. Έρευνες από την σκοπιά της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης έχουν δείξει ότι ακόμη και μετά την αλλαγή του σχολικού περιβάλλοντος το μορφωτικό κεφάλαιο της οικογένειας παρέμεινε ο ισχυρότερος επικαθοριστικός παράγοντας της επίδοσης του μαθητή. Ορισμένες έρευνες όμως είχαν και ένα απροσδόκητο εύρημα που σχηματικά αποκλήθηκε από τους ερευνητές “the frog pond effect”: ορισμένοι από τους μαθητές που κατάγονταν από τα λαϊκά στρώματα και ήταν αριστούχοι στα σχολεία της γειτονιάς τους, έχασαν τα πρωτεία στα σχολεία που μετακινήθηκαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της αυτοεκτίμησης τους και τη δραματική μείωση της επίδοσης τους.
Στην Ελλάδα, πέρα από την επιλογή της ιδιωτικής εκπαίδευσης από τα παραδοσιακά εύπορα κοινωνικά στρώματα, το πρόσφατο νομοθετικό πλαίσιο μέσα από τις ρυθμίσεις για πειραματικά σχολεία επιχειρεί να εισάγει στοιχεία επιλογής σχολείου.
Στην εισήγησή μας αυτή θα επιχειρήσουμε:
•    την ανάλυση και ερμηνεία των στρατηγικών που οι κοινωνικές τάξεις ακολουθούν στην επιλογή σχολείου
•    τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνονται οι «στρατηγικές επιλογής σχολείου» στο πλαίσιο της σύγχρονης  κοινωνικής διαστρωμάτωσης
•    την ανάλυση όψεων του ιδεολογικού και πολιτικού υπόβαθρου πάνω στο οποίο εδράζεται το ιδεολόγημα της «ελεύθερης» επιλογής σχολείου.
 

ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ ΠΕΤΡΟΣ, ΠΜΣ, Τμήμα  Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, petrang2004@hotmail.com

«Ο σύγχρονος κοινωνικός ρόλος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης»
Το θέμα που θα ήθελα να παρουσιάσω άπτεται της θεματικής «Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης» και ο τίτλος του είναι Ο σύγχρονος κοινωνικός ρόλος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης – Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για τη σύνοψη της διπλωματικής μου εργασίας στο ΠΜΣ του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.
      Στο εν λόγω θέμα αναλύονται και προβάλλονται οι απόψεις πολιτικών, αλλά και άλλων με πολιτική στόχευση, οι απόψεις με ακαδημαϊκό υπόβαθρο, απόψεις με οικονομική χροιά όπως επίσης και απόψεις ατόμων που προέρχονται από το χώρο της αγοράς εργασίας  προκειμένου να υπάρχει μια ολόπλευρη κάλυψη του θέματος. Επιπλέον, εστιάζω στη λειτουργία που επιτελεί ή θα έπρεπε να επιτελεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην κοινωνία.
Η προς μελέτη περίοδος είναι από το 1992 (Συνθήκη του Μάαστριχτ) έως το 2007 (με τον ελληνικό νόμο – πλαίσιο). Πρόκειται για μια ιστορική - χρονολογική καταγραφή που αποτυπώνει την εξέλιξη – κατεύθυνση της ανώτατης εκπαίδευσης στον ευρωπαϊκό και ελλαδικό χώρο, μέσα από τις συνθήκες – σταθμούς (συνθήκη του Μάαστριχτ 1992, Διακήρυξη της Μπολόνια 1999, Συνθήκη της Πράγας 2001, του Βερολίνου 2003, Σύνοδος του Μπέργκεν 2005 καθώς και όσον αφορά τα ελληνικά δρώμενα, η προσπάθεια αναθεώρησης του Άρθρου 16 και η θέσπιση του Νόμου – Πλαίσιο του 2007).
 Σκοπός όλης αυτή της παράθεσης - διερεύνησης είναι να απαντηθεί το ερώτημα, «τι υποβόσκει εν τέλει πίσω από τις πολιτικές για την παιδεία;». Οι παραπάνω συνθήκες και εξελίξεις στην παιδεία, είναι αποτέλεσμα της διαπάλης ιδεολογικών – πολιτικών δογμάτων, κυρίως μεταξύ νεοφιλελεύθερων και μαρξιστικών – σοσιαλδημοκρατικών απόψεων. Αυτό μάλιστα αποτυπώνεται και στα ζητήματα που ανακύπτουν και σχετίζονται με την αρχή ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση, τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την ανάπτυξη αλλά και την κοινωνία, αλλά και το καθεστώς χρηματοδότησης των ΑΕΙ και ευρύτερα της λειτουργίας και του ρόλου του πανεπιστημίου.

ΚΑΔΔΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, anastasiakadda@gmail.com

«Ο κοινωνικός ρόλος της τεχνολογίας στη βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας Υγείας»
Εισαγωγή:  Η ραγδαία εξέλιξη των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνιών και η ευρεία διάχυσή τους σε όλους τους τομείς της κοινωνικής πραγματικότητας συμπεριλαμβανομένου του τομέα της υγείας αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός και στο πλαίσιο της παγκόσμιας κοινωνίας της πληροφορίας, μέλημα κάθε πολιτείας είναι μια κοινωνία με ποιότητα ζωής όπου το θέμα της υγείας και η υγειονομική περίθαλψη τίθεται σε απευθείας σύνδεση με νέες τεχνολογίες υγείας και πληροφορικής με στόχο την επίτευξη βελτίωσης της ποιότητας της φροντίδας υγείας.
Σκοπός: Η διερεύνηση του κοινωνικού ρόλου που διαδραματίζει η τεχνολογία στη βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας υγείας. Υλικό: Ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία και πηγές διαδικτύου. Μέθοδος: Ανασκόπηση βιβλιογραφίας και πηγών διαδικτύου.
Αποτελέσματα: Η ταχύτατη ανάπτυξη νέων τεχνολογιών στο χώρο της υγείας κρίνεται κοινωνικά αναγκαία εξαιτίας σύγχρονων τάσεων και εξελίξεων στις υπηρεσίες υγείας. Η τεχνολογία πληροφορικής συνεισφέρει σημαντικά στη βελτίωση της υγείας και στην ευημερία των πολιτών σε μια κοινωνία επιτυγχάνοντας  καλύτερη και αποδοτικότερη οικονομική διαχείριση. Η ηλεκτρονική υγεία με διάφορες μορφές (ηλεκτρονική κάρτα, ηλεκτρονικός φάκελος, τηλεϊατρική, κ.α) μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα της φροντίδας υγείας διευκολύνοντας το έργο των επαγγελματιών υγείας αλλά και τη συμμετοχή και αυξανόμενη πρόσβαση των πολιτών στην κοινωνία της πληροφορίας. Η ηλεκτρονική υγεία και οι βιοτεχνολογίες μπορούν να βελτιώσουν την πρόληψη των ασθενειών σε μια κοινωνία ενώ μπορούν να συμβάλλουν στην μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων όσο αφορά στην παροχή φροντίδας υγείας ειδικών κοινωνικών ομάδων του πληθυσμού.
Συμπεράσματα: Οι νέες τεχνολογίες έχουν την δυνατότητα να φέρουν επανάσταση στη φροντίδα και στα συστήματα υγείας βελτιώνοντας την ποιότητά τους και συνδράμοντας στην μελλοντική τους βιωσιμότητα συμβάλλοντας περαιτέρω στην παροχή καλύτερης φροντίδας με επίκεντρο τον πολίτη και στη μείωση του κόστους σε μια κοινωνία.

ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ ΑΓΛΑΪΑ, Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, AglaiaKalamatianou@gmail.com
ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΑΚΗ ΦΩΤΕΙΝΗ, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, fkougioum@hotmail.com

«Πτυχιούχοι κοινωνιολογίας: Ικανοποίηση από τις σπουδές και παράγοντες  που εμπλέκονται»
Η εργασία αφορά σε αποτελέσματα εμπειρικής έρευνας σχετικά με το ζήτημα της ικανοποίησης από τις σπουδές αποφοίτων κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Το εν λόγω ζήτημα έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών ε¬ρευνητών διεθνώς τις τελευταίες δεκαετίες, όπου μεταξύ άλλων τονίζεται η χρη¬σιμότητά του στην ανάδειξη των θετικών στοιχείων που ενέχει η οργάνω¬ση των πανεπιστημιακών σπουδών αλλά και των περιοχών εκείνων που χρή¬ζουν βελτιώσεων.
Ειδικότερα σε αυτή την εργασία και στη βάση ενός μεγάλου δείγματος πτυχιούχων κοινωνιολο¬γίας εννέα ακαδημαϊκών ετών που αποφοίτησαν στο διάστημα 1988-2002, εξετάζεται η ι¬κα¬νο¬ποί¬ηση από τις σπουδές σε σχέση με ατομικά-δημογραφικά, εκ¬πα鬬δευ¬¬τικά και α¬καδημαϊκά χαρᬬκτ第ριστικά των α¬πο¬φοί¬των. Τα χαρακτηριστικά αυτά, τα οποία σύμφωνα με τη βιβλιογραφία συν¬δέ¬ο¬νται με την ικανοποίηση από τις σπουδές, αφορούν πα¬ραμέτρους όπως, το φύλο και το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων (ατομι¬κά-δημογραφικά χα¬ρα¬κτη¬ριστικά), τις προσδοκίες σπουδών και τη χρησιμότη¬τα τους στην αγορά εργασίας (εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά), τις αντιλήψεις των πτυχιούχων για το πρόγραμμα σπουδών (ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά). Στόχος είναι η περι¬γρα¬φή των προϋ¬πο¬θέσεων και των συνθηκών που φαί¬¬¬νε¬ται να συνδέονται με υ¬ψ第λό¬τερο βαθμό ι¬κα¬ν¬ο¬ποί¬η¬σης.
Επιπλέον, στην εργασία εξετάζεται ο βαθμός ικανοποίησης από τις σπου¬δές μεταξύ παλαιών και νεότερων αποφοίτων και σε συνάρτηση με την κα¬τά¬στα¬σή τους στην αγορά εργασίας. Στόχος είναι να αναδειχθεί εάν και σε ποιο βαθ¬μό η ικανοποίηση από τις σπουδές αποφοίτων διαφορετικών περιόδων, συν¬δέεται με την επαγγελματική τους κατάσταση.
 Συνολικά διερευνώντας την ικανοποίηση από τις σπουδές και τους παρά¬γο¬ντες που εμπλέκονται, προκύπτουν χρήσιμα συμπεράσματα τα οποία μπο¬ρούν να συμβάλλουν εποικοδομητικά στην οργάνωση των ακαδημαϊκών σπου¬δών των μελλοντικών κοινωνιολόγων στη χώρα μας.

ΚΑΝΑΒΕΛΗ ΕΛΙΑΝΑ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, kanaveliana2003@yahoo.gr  

Οι αναπαραστάσεις της επίθεσης εναντίον της Κωνσταντίνας Κούνεβα στον τύπο: Φύλο, φόβος και δημόσιος χώρος»
Το Δεκέμβρη του 2008, η Κωνσταντίνα Κούνεβα, εργάτρια-μετανάστρια από τη Βουλγαρία, δέχθηκε από άγνωστους μέχρι και σήμερα δράστες, δολοφονική επίθεση με βιτριόλι. Με αφορμή αυτό το βίαιο περιστατικό επίθεσης, η συγκεκριμένη έρευνα εστίασε στις αναπαραστάσεις της Κωνσταντίνας Κούνεβα στον Τύπο. Πιο συγκεκριμένα διερευνήθηκαν τα πεδία του φύλου, του φόβου, του έθνους καθώς και του δημόσιου χώρου και πώς αυτές οι αναπαραστάσεις συμβάλανε στη δημιουργία ενός συγκεκριμένου τύπου υποκειμένου.
Η εργασία υποστηρίζει, ότι οι λόγοι που αρθρώνονται από τα ΜΜΕ και διατρέχουν το έμφυλο, εθνικοποιημένο σώμα, δημιούργησαν ένα μεταβατικό υποκείμενο, το οποίο προβάλλεται να ακροβατεί ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον κόσμο των «αυτοχθόνων» και τον κόσμο των «ετεροχθόνων». Στο ερώτημα ποιων υποκειμένων οι ζωές είναι άξιες να βιωθούν, η ζωή της Κωνσταντίνας Κούνεβα, τοποθετείται κάπου ανάμεσα. Στην προτεινόμενη εισήγηση θα εξεταστούν οι τρόποι με τους οποίους προβλήθηκε η επίθεση που δέχθηκε η Κούνεβα. Υποστηρίζεται ότι το σώμα της Κούνεβα αποτέλεσε το χώρο της αμφισβήτησης και της διεκδίκησης. Ένα σώμα το οποίο επιχείρησε να διαρρήξει το επιβεβλημένο καθεστώς φόβου και να διεκδικήσει τα δικά του όρια στο δημόσιο χώρο και λόγο. Είναι όμως και εκείνο το σώμα που αποτέλεσε το πεδίο σύγκρουσης των κυρίαρχων αφηγημάτων.
Το υλικό που συνθέτει την εργασία είναι δημοσιεύματα, τα οποία αναφέρονται στην επίθεση εναντίον της Κ. Κούνεβα και δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες, η Αυγή, το Βήμα, το Έθνος, η Ελευθεροτυπία, ο Ελεύθερος Τύπος, η Καθημερινή, τα Νέα, ο Ριζοσπάστης και ένα άρθρο που γράφτηκε στο περιοδικό «Ε», της Ελευθεροτυπίας που κυκλοφορεί κάθε Κυριακή.
Καταληκτικά, ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης ήταν ότι το σώμα, ως τόπος παρέμβασης, ελέγχου και ρύθμισης καταφέρνει να εντοπίσει τις διεξόδους διαφυγής, προβάλλοντας αντιστάσεις και ακολουθώντας εναλλακτικές επιλογές,  αμφισβητώντας τις κοινωνικές επιταγές.

ΚΑΝΔΥΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Ερευνητής Δ΄ βαθμίδας, ΕΚΚΕ, gkandyli@ekke.gr
ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΣ, Ερευνητής Δ` βαθμίδας, ΕΚΚΕ, nsouliotis@ekke.gr

 «Η δυναμική νεοφιλελευθεροποίησης των αστικών πολιτικών στην Αθήνα πριν και μετά την κρίση δημοσίου χρέους»
Η ανακοίνωση εξετάζει τις επιπτώσεις του τρέχοντος προγράμματος σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας στις αστικές πολιτικές στην Αθήνα και τις συσχετίζει με προηγούμενα κύματα νεοφιλελευθεροποίησης κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών. Η ανάλυση αντλεί από τη σύλληψη του νεοφιλελευθερισμού από τους Brenner-Theodore-Peck ως μιας σωρευτικής διαδικασίας η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με τα τοπικά και εθνικά συγκείμενα. Υποστηρίζουμε ότι οι πολιτικές προώθησης της ανάπτυξης τις προηγούμενες δύο δεκαετίες ήταν αντιφατικές και έμειναν ανολοκλήρωτες για λόγους τοπικών και ευρύτερων γεωπολιτικών περιορισμών, ενώ στην τρέχουσα συγκυρία η κρίση δημοσίου χρέους λειτουργεί καταλυτικά εμβαθύνοντας τις διαδικασίες νεοφιλελευθεροποίησης.
Το πρώτο μέρος της ανακοίνωσης εξετάζει την εφαρμογή πολιτικών προώθησης της ανάπτυξης στην Αθήνα από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στο πλαίσιο διαμόρφωσης ενός πλαισίου χωροταξικού και αστικού σχεδιασμού στην ΕΕ και υπό την πίεση του ευρωπαϊκού αστικού ανταγωνισμού, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επενδύσεις στις υποδομές (πρωτίστως στις μεταφορές και δευτερευόντως στον πολιτισμό, τον αθλητισμό, την περιβαλλοντική προστασία και τις τηλεπικοινωνίες). Επιπλέον, μείζονα κείμενα πολιτικής (όπως τα ΠΕΠ, το Business Plan των Ολυμπιακών Αγώνων, οι προτάσεις αναθεώρησης του ΡΣΑ) υιοθέτησαν τον στόχο μετατροπής της Αθήνας σε περιφερειακό μητροπολιτικό κέντρο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Αυτές οι πολιτικές ενίσχυσαν τον ρόλο των τραπεζών, των κατασκευαστικών εταιρειών και των μεγάλων επενδύσεων στην αναψυχή στην παραγωγή του αστικού χώρου στην Αθήνα, σε σχέση με την μικροϊδιοκτησία, η οποία ήταν στο επίκεντρο της μεταπολεμικής ανάπτυξης. Ωστόσο, δεν επέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα με όρους αύξησης ξένων επενδύσεων, ενίσχυσης απασχόλησης στους τομείς αιχμής της «νέας οικονομίας» κ.λπ. λόγω της ισχυρής παράδοσης κρατικού παρεμβατισμού στον αστικό σχεδιασμό, των περιορισμένων οργανωτικών και οικονομικών πόρων του κατασκευαστικού τομέα καθώς και των δυσκολιών προσαρμογής της Αθήνας (όπως και άλλων πόλεων του Ευρωπαϊκού Νότου) στις αστικές πολιτικές της Ε.Ε.
Το δεύτερο μέρος επιχειρεί μια πρώτη αποτίμηση των επιδράσεων της τρέχουσας νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης στις αθηναϊκές αστικές πολιτικές. Κατά πρώτο, εξετάζεται η πρόσφατη μεταρρύθμιση του πλαισίου υλοποίησης επενδύσεων σε τομείς αιχμής («Fast Track») και η προώθηση ξένων επενδύσεων και ΣΔΙΤ σε δημόσια γη και υποδομές μεταφορών. Κατά δεύτερο, εξετάζεται η μεταρρύθμιση της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης (πρόγραμμα «Καλλικράτης») και οι προδιαγραφόμενες επιπτώσεις της για τη μητροπολιτική διοίκηση στην Αθήνα.

ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ, Αναπλ. Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, kgerassimos@yahoo.com

«Φύλο και ένοπλες δυνάμεις»

ΚΑΤΣΑΠΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, ΣΕΠ, Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών, ΕΑΠ,  katsapis@yahoo.com

«Από το «πρόβλημα-νεολαία» στη θεσμική αναγνώριση της νεότητας. Η πρόσληψη της νεότητας την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο (1974- 1989)»
Στη διάρκεια της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, δηλαδή περίπου έως το 1989, η νεολαία αναγνωρίζεται πανταχόθεν ως φορέας πολιτικής, πολιτισμικής και κοινωνικής αναγέννησης και προόδου. Η συμμετοχή της στο αντιδικτατορικό κίνημα και ο βαρύς φόρος που εκλήθη να πληρώσει γι’ αυτό, αποτέλεσε τη βασικότερη αιτία για την πρόσληψή της ως ενός κοινωνικού υποκειμένου, συνώνυμου της ανανέωσης και του ριζοσπαστισμού. Από το 1974 και μετά, ιδίως μετά την κυβερνητική αλλαγή του 1981, η ελληνική κοινωνία ζει στον αστερισμό της νεολαίας: οι φοιτητικές εκλογές αποτελούν πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων και στις εφημερίδες, τα φεστιβάλ των πολιτικών νεολαιών χαρακτηρίζονται από ενθουσιασμό και συμμετοχή, ο εορτασμός του Πολυτεχνείου είναι μαζικός.
Ως απόληξη αυτής της διαδικασίας που ξεκινάει ήδη με την πτώση της δικτατορίας το καλοκαίρι του 1974, προτείνεται να θεωρηθούν τρία ορόσημα, που συνιστούν την, τρόπο τινά, θεσμική αναγνώριση της νεότητας και της συμβολής της στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι: α) η αναγνώριση του εορτασμού της εξέγερσης του πολυτεχνείου ως επίσημης σχολικής γιορτής, β) η ψήφιση του νόμου- πλαισίου (1268/ 1982) για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, με την οποία θεσμοθετείται η συμμετοχή των φοιτητών στην διοίκηση των Πανεπιστημίων και γ) η σύσταση το 1982 Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς και (από το 1983) η συγκρότηση ενός ερευνητικού και εκδοτικού προγράμματος, ειδικά στοχευμένου στην ιστορία της ελληνικής νεολαίας, με τον τίτλο «Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας».
Στην ανακοίνωση θα επιχειρηθεί η διερεύνηση α) των όρων κάτω από τους οποίους συντελείται η μετάβαση στη συλλογική συνείδηση των εννοιών «νεολαία» και «νεότητα», από την πρόσληψή τους ως εν δυνάμει «προβληματικών στοιχείων» στην αναγνώρισή τους ως φορέων κοινωνικής αλλαγής, καθώς β) και των κυριότερων σταθμών της πορείας αυτής.

ΚΑΦΦΕΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Επίκ. Καθηγητής, ΣΣΕ, luce@otenet.gr

«Πόσο απέχει η στρατιωτική κουλτούρα από την ελληνική κοινωνία;»
Η στρατιωτική κοινωνική ομάδα αποτελεί έναν τρόπο κοινωνικής οργάνωσης, ο οποίος εκπροσωπεί έναν ιδιαίτερο τρόπο κουλτούρας που είναι σχετικά απομονωμένος από την ευρύτερη κοινωνία και διαφοροποιείται, αποκτώντας τα δικά του χαρακτηριστικά, προσδίδοντας στα μέλη τη δική τους ταυτότητα.
Οι στρατιωτικοί ζουν πράγματι σε ένα κλειστό περιβάλλον, συχνά αποκομμένοι για αρκετό καιρό από τις συζύγους και τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα μέσα σε αυτό το ιδιαίτερο περιβάλλον να διαμορφώνουν κάποια χαρακτηριστικά που τους προσδίδουν έναν τρόπο σκέψης και μια κουλτούρα διαφορετική από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. Οι ίδιοι διαφοροποιούνται και αναπτύσσουν μια στρατιωτική ιδιοσυγκρασία, η οποία τους κάνει πολλές φορές να αντιμετωπίζονται ως «περίεργοι, παράξενοι, μοναδικοί, υπερβολικοί» και γενικά αποκομμένοι και εκτός πραγματικότητας.
 Έτσι κι αλλιώς, το επάγγελμα του στρατιωτικού από τη φύση του, λόγω των μονίμων κινδύνων, των καταπονήσεων, των δυσκολιών και του βαθμού κοινωνικής αποδοχής που κατέχει, διαφοροποιεί και κατατάσσει το στρατιωτικό σε μια κλειστή κοινωνική ομάδα, η οποία αντιμετωπίζεται με μια σχετική επιφυλακτικότητα, καμιά φορά και καχυποψία, από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο.

ΚΟΒΑΝΗ ΕΛΕΝΗ, Ερευνήτρια Α’, ΕΚΚΕ, ekovani@ekke.gr

«Όψεις διαχρονικής κρίσης: Μελέτες και έργα»
Η ερευνητική μου εμπειρία αλλά  και η οκτάχρονη πείρα (2002-2010 ως δημοτικής συμβούλου στον καποδιστριακό Δήμο Θίσβης (Ν.Δ. Βοιωτία στον κόλπο των Αλκυονίδων) μου επιτρέπουν ορισμένες παρατηρήσεις στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ μελετών ( τεχνικών προμελετών ή οριστικών, περιβαλλοντικών, αρχαιολογικών…) και  των τελικών παρεμβάσεων σε έναν τόπο, για εκτέλεση έργου ή εγκατάσταση κάποιας βιομηχανικής μονάδας. Η παρούσα ανακοίνωση επικεντρώνεται σε δύο κυρίως  θέματα:
-    Στην τελική  μελέτη  αποξήρανσης  τμήματος της λίμνης Κάρλας,  με την πρόβλεψη δημιουργίας αναχώματος προς διατήρηση λιμναίας  επιφάνειας 64.700 στρεμμάτων στην ολοκληρωτική, εν τέλει, εξαφάνιση-αποξήρανση της εν λόγω λίμνης . Και,
-    στην καταστροφή του θισβιακού μυκηναϊκού λιμανιού  Βαθύ (στον όρμο της Νούσας), που άρχισε το 1987 με τις διαδικασίες της μη εγκατασταθείσας τελικά εκεί βιομηχανίας Αλουμίνας (βάσει των τότε συμφωνιών μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της Σοβιετικής Ενωσης). Καταστροφή, που έγινε και κατά παράβαση αποφάσεων του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και με πλήρη απουσία περιβαλλοντικής  μελέτης,  στο σπάνιο αυτό παράκτιο - στο ανατολικό τμήμα του Βόρειου Κορινθιακού- οικοσύστημα, με ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων.

ΚΟΝΙΟΡΔΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Αναπλ. Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,
skoni@social.soc.uoc.gr

«Η πολιτική τάξη και ο νέο-φιλελευθερισμός στη δημιουργία της τρέχουσας κρίσης»
Η τρέχουσα οικονομική κρίση έχει οδηγήσει τη χώρα σε μία κατάσταση αφερεγγυότητας και επαπειλούμενης χρεωκοπίας. Οργανικό τμήμα της συμπεφωνημένης «διάσωσής» της από την «Τρόϊκα» διασωστών-δανειστών (των ΔΝΤ, ΕΚΤ και ΕΕ) αποτελεί η επιβολή ενός συνόλου συνθηκών και μέτρων. Αν η διάσωση αποτελεί θετική διέξοδο στο άμεσο πρόβλημα χρέους της Ελλάδας, η αρνητική όψη είναι πως είναι υπό την κηδεμονία της Τρόϊκας και με την ενεργότατη συμμετοχή της σημερινής κυβέρνησης επιβάλλονται μεγάλες μισθολογικές περικοπές και άλλα μέτρα αυστηρής οικονομικής λιτότητας, ενώ εξακοντίζεται στα ύψη η ανεργίας και υφέρπει η ύφεση.
Καθώς το ερώτημα παραμένει ανοικτό αναφορικά με το ποιοι παράγοντες είναι υπεύθυνοι για τη κρίση χρέους και αξιοπιστίας, ιδιαίτερα προβεβλημένες εμφανίζονται να είναι δύο διαστάσεις. Η μία αφορά τις απρόσωπες αγορές χρήματος. Οι μεταστροφές και «επιθυμίες» τους είναι επιτελεστικά (perfomatively) πλαισιωμένες και ως τέτοιες αποτιμούνται και ερμηνεύονται από μερίδα των οικονομολόγων και των πολιτικών. Ειδικότερα, οι χρηματαγορές εμφανίζονται να αποτελούν αυτόνομα κέντρα γύρω από τα οποία τα πάντα περιδινούνται. Επίσης, εμφανίζονται ως φυσικές υπάρξεις ενώ σαφώς είναι φετιχοποιημένες, με παράλληλη αγνόηση της κοινωνικής τους κατασκευής.
Δεύτερον, οι αγορές είναι ανοικτές και απεριόριστες λόγω της παγκοσμιοποίησης, η οποία νοείται, κατά μη ρεαλιστικό τρόπο, ως ενδογενώς θετική εξέλιξη επειδή θεωρείται ότι περιορίζει ή ακυρώνει ορισμένες πλευρές του έθνους-κράτους, ειδικότερα της δυνατότητάς του να δρα αποτελεσματικά στο χώρο κυριαρχίας του. Συνεπόμενα, η παγκοσμιοποίηση αντιμετωπίζεται ως η απρόσκοπτη κυριαρχία του ελεύθερου ανταγωνισμού, πρωταρχική λειτουργία του οποίου γίνεται ιδεολογικα αντιληπτή να είναι η βέλτιστη κατανομή των διαθέσιμων πόρων.  Κατ’ αυτή τη γραμμή σκέψης, οι κρίσεις τείνουν να κανονικοποιούνται ως απλά μη επιθυμητές διαστάσεις του οικονομικού κύκλου σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Επιδίωξη είναι να αμφισβητηθούν αυτές οι παραδοχές και να περιγραφούν οι διεργασίες που οδήγησαν την Ελλάδα στην τρέχουσα οικτρή της κατάσταση. Ξεκινώ αντιμετωπίζοντας την ελληνική κρίση ως το μερικό αποτέλεσμα της απρόσκοπτης κυριαρχίας της «ελεύθερης αγοράς». Επιδιώκω να αμφισβητήσω την κυρίαρχη αντίληψη αναφορικά με την φυσικότητα των χρηματαγορών, και τον  χαρακτήρα-ταμπού των διαφόρων χρηματιστικών προϊόντων (securitization, interest-rate-swaps, collateralized debt obligations, κ.λπ.) που διοχετεύτηκαν-πουλήθηκαν στην Ελλάδα από παράγοντες όπως οι Salomon Bros. Επίσης, να εξετάσω ορισμένες διαστάσεις που θεωρώ ουσιαστικές για μια σφαιρική κατανόηση της τρέχουσας κρίσης, συγκεκριμένα την τοπική παραλλαγή του «αήθους οικογενιοκρατισμού» (amoral familism), τον ρόλο του κράτους και της κομματοκρατίας, καθώς και του γενικευμένου ελλείμματος εμπιστοσύνης.

ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΑΚΗ ΆΝΝΑ, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο  Έσσεξ, koumantar@yahoo.gr

«Αναλύσεις και συμπεράσματα από ένα δυναμικό και μαζικό αγώνα: Οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών μετά τη κατάργηση της επετηρίδας»
Tο άρθρο επικεντρώνεται στην μελέτη του κινήματος των εκπαιδευτικών τη διετία 1998-1999 μετά την αλλαγή του τρόπου πρόσληψης τους στη Δημόσια Εκπαίδευση. Πιο ειδικά το άρθρο μελετά και αναλύει τους λόγους για τους οποίους το κίνημα αυτό κατάφερε να κερδίσει τον αγώνα σε μια εποχή που το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας βρισκόταν σε κάμψη. Επίσης μελετά τη γυναικεία συμμετοχή στις κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών εκείνη την εποχή και επιχειρεί να αναδείξει τους λόγους για τους οποίους το κίνημα αυτό κέρδισε σε δυναμισμό και μαζική υποστήριξη.
 

ΚΟΥΤΣΟΥ ΣΤΑΥΡΙΑΝΗ, Επίκ. Καθηγήτρια, Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης και Διοίκησης Αγροτικών Επιχειρήσεων, Αλεξάνδρειο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης, skoutsou@farm.teithe.gr
ΠΕΤΡΟΥ ΜΙΧΑΛΗΣ, Ερευνητής ΕΚΚΕ, mpetrou@ekke.gr

«‘Ανάμεσα στην πόλη και το χωράφι’. Όρια και ρευστότητες της κοινωνικό-επαγγελματικής ταυτότητας των νέων αγροτών σε μια μεταβαλλόμενη ύπαιθρο»
Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τις άμεσες και συχνά επώδυνες επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στη γεωργία, τις αβεβαιότητες που δημιουργεί για τους αγρότες η μείωση του προστατευτισμού της ΚΑΠ, αλλά και τη γενικότερη οικονομική κρίση παγκοσμίως - και βέβαια στην Ελλάδα – η μελέτη της δομής και των διαχειριστικών πρακτικών της οικογενειακής γεωργικής εκμετάλλευσης, ως το βασικό κύτταρο της αγροτικής παραγωγής, παραμένει ουσιαστικής σημασίας για την εξέταση και κατανόηση των οικονομικών και χωροκοινωνικών μετασχηματισμών της υπαίθρου. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις πόλης- υπαίθρου χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη αμφίδρομη κινητικότητα αγροτών αλλά και κατοίκων των πόλεων που αναδεικνύουν νέες πρακτικές κατοίκησης και αναζήτησης εργασίας σε  υπερτοπικά γεωγραφικά σύνολα και διευρύνουν τελικά το χώρο διαβίωσης ανάμεσα σε αστικούς και αγροτικούς τόπους.
 Η κινητικότητα αυτή επηρεάζει τη διαδικασία κατασκευής της ταυτότητας μέσα από κινούμενες, διάσπαρτες, αλληλοεξαρτώμενες, όμως, μεταξύ τους αναπαραστάσεις σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους. Επιπλέον, η διατήρηση της οικογενειακής γεωργικής γης στο χωριό, αποτελεί ακόμα στον φαντασιακό (αλλά ενδεχομένως και στον πραγματικό) κόσμο των εσωτερικών μεταναστών της πόλης δικλείδα ασφαλείας σε περιόδους οικονομικής (και γενικότερα της αστικής) κρίσης: η εγκατάσταση/ επιστροφή στην ύπαιθρο θα μπορούσε να προσφέρει ασφαλή εισοδήματα και ένα καλύτερο πλαίσιο ζωής. Είναι χαρακτηριστικό ότι πληθαίνουν δημοσιεύματα στον τύπο σχετικά με την «επιστροφή στο χωράφι», ή ακόμα και την στατιστικά καταγεγραμμένη αύξηση της απασχόλησης στη γεωργία κατά την τελευταία 2ετία. Αν και συχνά υπεραισιόδοξα και απλουστευτικά για τον «αγροτικό βίο», μέσα από αναπαραστάσεις μιας εξιδανικευμένης εικόνας της υπαίθρου και της ενασχόλησης με τα αγροτικά, αποτυπώνουν παρόλα αυτά νέες -και αμυδρές προς το παρόν- τάσεις επιστροφής στον αγροτικό χώρο, που εντείνονται σε περιόδους κρίσης, μέσα βέβαια από ανανεωμένα πρότυπα και αστικές συνήθως προσλήψεις αξιοποίησης της γης και των τοπικών πόρων.
Στο πλαίσιο αυτό η ταυτότητα του αγρότη έρχεται να αποκτήσει νόημα μέσα από την πολυτοπική και συνάμα διάσπαρτη έκθεσή του σε διαφορετικούς χώρους αλλά και από την επιλογή πρακτικών και στρατηγικών που επηρεάζονται από τη ρευστή κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα.
Στόχος της εισήγησης είναι να διερευνήσει μέσα από τις διαχειριστικές πρακτικές των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (στη βάση μελέτης περίπτωσης στη Βόρεια Ελλάδα), τις διαδικασίες ανάδειξης διαφορετικών τύπων κοινωνικό-επαγγελματικής ταυτότητας των αγροτών εστιάζοντας στον λόγο και τις δράσεις των νέων ηλικιακά αγροτών, συμβάλλοντας σε έναν γενικότερο προβληματισμό για το μέλλον του αγροτικού χώρου στην Ελλάδα.

ΚΥΡΙΔΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ,  Καθηγητής, Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, ΑΠΘ,  akiridis@uowm.gr
ΚΑΛΕΡΑΝΤΕ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας, , ekalerante@yahoo.gr

«Κοινωνικά πεδία και δομές πολιτικής ευκαιρίας σε ένα νεανικό διαδικτυακό ‘ρεπερτόριο’ κινηματικών δράσεων»
 Στην εισήγηση μας εξετάζουμε την αφήγηση για το ρόλο και τη θέση των νέων στις  πρόσφατες, δυναμικές συγκρουσιακές, καταστάσεις. Η πολιτική  στάση των νέων εστιάζεται  στην έκφραση της αμφισβήτησης των καθεστώτων και της συμβολικής ιεραρχίας των αξιών, με την πρόταξη αιτημάτων για πολιτειακή αλλαγή, ώστε να απαξιωθεί και η συμβολική νομιμοποίηση των καθεστώτων, με την προβολή του «αντι-φαίνεσθαι» της λειτουργίας τους.
Το ζήτημα που μας απασχολεί είναι με ποιό τρόπο οι νέοι, ως συλλογικοί δρώντες, συνδέουν και αξιοποιούν το life-style της ιδιωτικότητάς τους με τη σφαίρα της πολιτικής συλλογικής εμπειρίας. Τελικά, πώς  η ίδια η υπέρβαση- ως «πολιτική», ρεαλιστικής οπτικής, όπου ελλοχεύει η επιθυμία της νεανικής παρέμβασης- δομεί κινηματικό διάλογο,  «παραδειγματικό  Λόγο» με  αυθεντικό περιεχόμενο.
Ευρύτερες συλλογικότητες  συμπάσχουν, συναθροίζονται συμβολικά και πρακτικά, και χαράσσουν τη ρότα της πολιτικής και της κοινωνικής τους συμπόρευσης. Μοιράζονται, άτυπα, προσδοκίες και αξίες, ιχνηλατώντας στην πηγή ευρύτερων αντιπαραθέσεων μεταξύ του «παλιού» και του «νέου», του στάσιμου και του δυναμικού και συγκεφαλαιώνουν τις ορατές και τις  λανθάνουσες φάσεις της αντίδρασης  ή της αντίστασής τους.
Στο επίπεδο αυτό αποχτά ιδιαίτερο, συμβολικό, ενδιαφέρον η πλοκή των κοινωνικών εντάσεων για την ανάδυση των κοινωνικών δρώμενων. Στη διαδικασία αυτή σχηματοποιούνται αξιακά μοντέλα τα οποία και διαμορφώνουν ρητά ή υπόρρητα την ταυτότητα του κινήματος μέσα από και προς τα κοινωνικά δίκτυα επικοινωνίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι νέοι ως πολίτες κατανοούν, ερμηνεύουν την πολιτική πραγματικότητα και σχηματοποιούν ένα μοντέλο πολιτικής συνύπαρξης και δράσης. Η παγκοσμιοποιημένη δικτύωση και η εργαλειακή φετιχοποίηση της τεχνολογίας, σχηματοποιούν το περιεχόμενο του δυναμικού κινηματικού διαλόγου που αναπτύσσεται. Ευρύτερες συλλογικότητες  συμπάσχουν, συναθροίζονται συμβολικά και πρακτικά, και χαράσσουν την ρότα της πολιτικής και της κοινωνικής τους συμπόρευσης. Μοιράζονται, άτυπα, προσδοκίες και αξίες, ιχνηλατώντας στην πηγή ευρύτερων αντιπαραθέσεων μεταξύ του «παλιού» και του «νέου», του στάσιμου και του δυναμικού και συγκεφαλαιώνουν τις ορατές και τις  λανθάνουσες φάσεις της αντίδρασης  ή της αντίστασής τους.
 

ΛΑΓΟΥΜΙΤΖΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, Adjunct Professor, Deree College,  lagoumitzig@acg.edu

«Κρίση νομιμότητας, συγκρουσιακά πλαίσια και τα νέα κοινωνικά κινήματα σε δημόσιους χώρους»
Πριν σαράντα χρόνια, η Κριτική Σχολή μέσω του κυριότερου εκπροσώπου της, Jürgen Habermas απεικόνιζε τη πολύπλευρη κρίση της νεωτερικότητας στο έργο ‘Κρίση Νομιμότητας’. Το έργο αυτό που αναδομούσε την ιστορία του ανθρώπινου γένους ως ιστορία της ανθρώπινης ικανότητας για ελευθερία, παρουσίαζε επίσης αυτή την ίδια την ιστορία ως μια ιστορία κρίσεων, των οποίων η έκβαση παρέμενε ασαφής, καθώς η ιδέα της προόδου άρχιζε να αμφισβητείται. Ειδικότερα όσον αφορά το κοινωνικό σύστημα, η έννοια της κρίσης παρέπεμπε στην μεταβολή αυτής της ίδιας της ταυτότητας της κοινωνίας ως συστήματος (οικονομικών, πολιτικών δομών) και ως ‘βιόκοσμου’, συμβολικά κατασκευασμένου μέσα από αξιακές και κανονιστικές δομές. Σε μια ιστορική συγκυρία στην οποία οι Ελληνικές προ-νεωτερικές δομές και αξίες όπως η οικογένεια, η εκκλησία, το κράτος και οι συναφείς ιδεολογίες αμφισβητούνται, ένα νέο επίπεδο συνείδησης αναδύεται. Τα πρόσφατα δείγματα συλλογικής δράσης σε δημόσιους χώρους αναδεικνύουν ιδέες και νοηματικά πλαίσια που λειτουργούν νομιμοποιητικά όσον αφορά αναδυόμενες ταυτότητες.
Καθώς ένα από τα κυρίαρχα πλαίσια στη σημερινή συγκυρία αποτελεί αυτό της ‘δικαιοσύνης’, θα τεθούν ερωτήματα σχετικά με το περιεχόμενο αυτών των ταυτοτήτων, και ειδικότερα θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε κατά πόσο αυτές είναι σε θέση να αποτελέσουν τη βάση για μία νέα ‘οικουμενική’ ηθική η θα παραμείνουν μέσα στα σημερινά ‘συγκρουσιακά’ πλαίσια: ‘εμείς, ο λαός που μοιραζόμαστε τη σημερινή κατάσταση ακραίας ‘αδικίας’ εναντίον των αρχών τις οποίες θεωρούμε υπεύθυνες για τη σημερινή κατάσταση. Υπάρχει διέξοδος από την συγκινησιακή αντίδραση προς άλλα γνωστικά πλαίσια στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα στην Ελλάδα. Σύγχρονες θεωρίες των κοινωνικών κινημάτων, όπως αυτή των ‘πλαισίων’, αλλά και οι θεωρητικές κατευθύνσεις της  Κριτικής Θεωρίας μας δίνουν τα εφόδια προκειμένου να αναζητήσουμε απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.  

ΛΑΛΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, periplanisi@hotmail.com

 «Ενθυλακωμένες ζωές σε υπερασπίσιμους χώρους: Οι περιφραγμένες κοινότητες και οι σύγχρονοι εμπορικοί πολυχώροι ως παραδείγματα σύμμειξης ιδιωτικού και δημόσιου χώρου ‘σε συσκευασία’»
Οι περιφραγμένες κοινότητες (‘gated communities’) θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χωρικές μορφές κοινοτικοποίησης του ιδιωτικού και τα shopping malls ως χωρικές μορφές ιδιωτικοποίησης του δημόσιου. Οι μεν περιφραγμένες κοινότητες συνιστούν χωρικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, όπου οι ιδιοκτήτες διαχειρίζονται τις υποθέσεις των περιουσιών τους και της καθημερινής ζωής τους με όρους ιδιόκτητης κοινότητας μέσα από συνεταιρισμούς ιδιοκτητών. Τα δε εμπορευματικά περιβάλλοντα προωθούν μια νέα μορφή οργάνωσης, σκηνοθετικής ενορχήστρωσης και λειτουργίας του κοινόχρηστου χώρου και της δημόσιας εμπειρίας με βάση ιδιωτικούς κανόνες και καταναλωτικούς προσδιορισμούς. Αυτές οι χωρικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης φαίνεται να συνιστούν συμμείξεις του ιδιωτικού και του δημόσιου μέσα από τις οποίες κυρίως προωθείται μια επανανοηματοδότηση του δημόσιου και του δημόσιου αστικού χώρου. Η επανανοηματοδότηση αυτή διατρέχεται από μια κεντρική τάση οχύρωσης, μόνωσης από ο,τιδήποτε μπορεί να εκληφθεί ως έτερο, αλλότριο, απρόβλεπτο, επίφοβο, ανταγωνιστικό.
 Αν ο δημόσιος κοινωνικός χώρος -και ιδίως ο μητροπολιτικός- νοείται ως ο χώρος όπου αναπτύσσονται και εγγράφονται οι κοινωνικές σχέσεις, οι συγκρούσεις, οι πολιτισμικές συναντήσεις και εντάσεις, οι ταξικοί ανταγωνισμοί και οι κοινωνικές συνθέσεις, τότε φαίνεται τα νέα αυτά χωρικά μορφώματα των υπερασπίσιμων χώρων να επιδιώκουν να φιλοξενήσουν ενθυλακωμένες ζωές, αποκαθαρμένες από τυχαιότητες, εντάσεις, αντιπαραθέσεις και προκλήσεις.
Η αναζήτηση ειρηνευμένων κοινωνικών περιβαλλόντων της οικιακής και δημόσιας ζωής στις περιφραγμένες κοινότητες και τα shopping malls ίσως σημαίνει μια αναδίπλωση της κοινωνικότητας σε οχυρωμένα, ασφαλή, προβλέψιμα και κλειστά σχήματα κοινωνικής οργάνωσης και ύπαρξης των κοινωνικών υποκειμένων.
Με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία για τις περιφραγμένες κοινότητες και τα shopping malls και τα δεδομένα μιας εμπειρικής έρευνας σε ένα mall στο μητροπολιτικό χώρο της Αθήνας θα αναζητηθούν οι κοινωνικές-χωρικές αναπαραστάσεις, οι χωρικές πρακτικές και το κοινωνικό φαντασιακό που υποστηρίζει τέτοιες τάσεις κοινωνικού διαχωρισμού και οχύρωσης.
 

ΛΕΛΕΔΑΚΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ, Επίκ. Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

«Κοινωνία, οικονομία, κοινωνική δράση: Η περίπτωση της ελληνικής κρίσης»

ΛΙΟΤΖΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα ΕΜΜΕ, ΕΚΠΑ, evliotzis@media.uoa.gr

«Live your myth in Greece: Το viagra ως όψη της πορνογραφικοποίησης»
Η πολυσημική και επίμαχη έννοια της πορνογραφικοποίησης, η οποία κατά βάση συνιστά την ένταξη έλλογων πρακτικών και Λόγων που σχετίζονται με την πορνογραφία στην κυρίαρχη κουλτούρα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έχει εσχάτως συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας στο χώρο των πολιτισμικών σπουδών και της κοινωνιολογικής έρευνας. Πέρα δηλαδή από μια γενικότερη προσπάθεια οριοθέτησης και εννοιολόγησης της ολοένα και αυξανόμενης παρουσίας διαμεσολαβημένων σεξουαλικών και πορνογραφικών αναπαραστάσεων στη δημόσια σφαίρα, η όλη συζήτηση συνιστά και μια προσπάθεια να διερευνηθεί η όποια αναοριοθέτηση της σεξουαλικής κοινωνικοποίησης μέσω της εγχάραξης στοιχείων του σεξουαλικού και πορνογραφικού Λόγου.
Πρόκειται για μια προσπάθεια που αν και έχει ήδη αναδειχθεί με πολλαπλούς τρόπους στη διεθνή βιβλιογραφία στο πλαίσιο της συζήτησης για την πορνογραφικοποίηση του κυρίαρχου (McNair 1996), την κουλτούρα του στριπτίζ (McNair 2002), την πορνοποίηση της καθημερινότητας (Paul 2005), την κουλτούρα του πρόστυχου (Levy 2005), τη σεξουαλικοποίηση της κουλτούρας (Attwood 2006) και την υπερσεξουαλικοποίηση της κοινωνίας (Kammeyer 2008), εντούτοις παραμένει σε πολλές της όψεις αδιερεύνητη.
Σε αυτό το πλαίσιο, επιχειρείται να μελετηθεί η «πορνογραφική λογική της σεξουαλικής βιοεπιστήμης» (Maddison 2009) σε σχέση με τη σεξουαλική κοινωνικοποίηση στη χώρα μας. Μέσω συμμετοχικής παρατήρησης και μη δομημένων προσωπικών συνεντεύξεων με 9 άνδρες ηλικίας 21 έως 37 ετών, επιδιώκεται να αναδειχθούν τόσο ο όποιος βαθμός εγχάραξης στοιχείων του πορνογραφικού Λόγου όσο και οι τρόποι με τους οποίους η μεταφεμινιστική αισθητική και η ατζέντα του τρίτου φεμινιστικού ρεύματος της υπεράσπισης της γυναικείας εξατομίκευσης συνάπτονται με τις νοηματοδοτήσεις της ηγεμονικής αρρενωπότητας.
 

ΜΑΔΕΜΛΗΣ ΗΛΙΑΣ, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Paris VIII, Εκπαιδευτικός, ilias.mademlis@yahoo.gr

«Το φύλο ως προσδιοριστικός παράγοντας επιλογής επαγγέλματος: Η περίπτωση της Ελλάδας τα τελευταία 20 χρόνια»
Σύμφωνα με τον Pierre Bourdieu, η επιλογή επαγγέλματος δεν είναι τυχαία, αλλά είναι κατά το πλείστον κοινωνικά προκαθορισμένη, με βασική παράμετρο επιρροής αυτή του φύλου.
Παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα, τα τελευταία 30 χρόνια,  έχουν γίνει μια σειρά από νομοθετικές παρεμβάσεις (π.χ. Ν.1329/1983, Ν.1414/198484, Ν.3488/2006) υπέρ της ισότητας των δύο φύλων, μια εμπειρική προσέγγιση της επιλογής Πανεπιστημιακής Σχολής που κάνουν οι νέοι μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ακόμα και σήμερα, εξακολουθούν να υπάρχουν «γυναικεία» και «ανδρικά» Πανεπιστημιακά Τμήματα. Υπάρχουν Σχολές και Τμήματα που στη μεγάλη τους πλειοψηφία επιλέγονται από αγόρια (π.χ. Τμήμα Μαθηματικών) και άλλα που επιλέγονται από κορίτσια (π.χ. Τμήμα Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης).
Με βάση αυτή την παραδοχή, διαχωρίζοντας τις Σχολές του ελληνικού Πανεπιστημίου σε τρεις κύκλους (Ανθρωπιστικές, Κοινωνικές, Θετικές) σύμφωνα τη νέα πρόταση του ΥΠΔΒΜΘ για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, η συγκεκριμένη παρέμβαση έχει ως στόχο να διερευνήσει την επιλογή των τριών προαναφερθέντων  κύκλων σπουδών με βάση το φύλο (αγόρια/κορίτσια).
Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη αυτή θα επιχειρήσει να ερευνήσει ποια είναι η αναλογία των κοριτσιών, σε σχέση με τα αγόρια, που επιλέγουν τους τρεις προαναφερθέντες κύκλους σπουδών σήμερα και ποια είναι η διαχρονική εξέλιξη των ποσοστών αυτών  τα τελευταία 20 χρόνια.
Στόχος της έρευνάς μας είναι να δούμε αν επιβεβαιώνεται η άποψη ότι τα κορίτσια στην Ελλάδα, παρά τη θεσμική μεταρρύθμιση στο πεδίο της ισότητας των δύο φύλων, επιλέγουν κυρίως τις Ανθρωπιστικές επιστήμες ή αν, αντίθετα, με μια λεπτομερή προσέγγιση του ζητήματος, αποδεικνύεται  ότι  υπάρχει μια σχετικά ισομερής κατανομή των επιλογών τους ανάμεσα στους τρεις κύκλους σπουδών, κάτι που συμβαδίζει με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο περί ισότητας των φύλων.   

 

ΜΑΡΓΑΡΩΝΗ ΜΑΙΡΗ, Κέντρο Αντισημιτικών Ερευνών Βερολίνου,  mary.margaroni@hotmail.com

«Κατασκευές της ετερότητας σε μια σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία: Το παράδειγμα των μαρτύρων του Ιεχωβά στην Ελλάδα»
Στόχος της προτεινόμενης εισήγησης είναι να φωτίσει τις αναπαραστάσεις της κυρίαρχης ελληνικής πληθυσμιακής ομάδας, της ορθόδοξης χριστιανικής, για τη θρησκευτική ομάδα των Μαρτύρων του Ιεχωβά, έτσι όπως αυτές διαμορφώθηκαν και εξελίχθηκαν σε όλη τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, με έμφαση, ωστόσο, στις κοινωνικές κατασκευές των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.
Οι θρησκευτικές διαφορές της συγκεκριμένης θρησκευτικής ομάδας από την ηγεμονική χριστιανική παράδοση (λ.χ. άρνηση της τριαδικής υπόστασης του θεού, της θεϊκής φύσης του Ιησού, του νηπιοβαπτισμού, του εορτασμού των βασικών εορτών του χριστιανικού κόσμου, όπως Χριστούγεννα και Πάσχα ως εορτών με παγανιστικά κατάλοιπα, κ.λπ.), (εξακολουθούν να) τους καθιστούν στόχο της επίσημης εκκλησιαστικής πολεμικής.
Επίσης, η επιμονή τους στην πολιτική ουδετερότητα (άρνηση χρησιμοποίησης εθνικών συμβόλων, άρνηση της στρατιωτικής θητείας και της συμμετοχής τους σε οποιαδήποτε μορφή πολιτικής διαδικασίας) συνέβαλλαν τα μέγιστα στη ρητορική της επικινδυνότητάς τους και στην πρόσληψή τους ως «εχθροί του έθνους». Ο χιλιασμός, μεγάλος εχθρός του σημερινού αγώνος της Ελλάδος (1951), Τι είναι η κατασκοπεία: Αγγέλουσα την βασιλείαν του σατανά. Η λύσσα των ψευδομαρτύρων του Ιεχωβά κατά του σταυρού-έθνους-στρατού-σημαίας-ύμνου (1967), Ξεσκέπασμα των χιλιαστών (1969), Η κατασκοπεία των Ιεχωβάδων (1970), Με ένδυμα προβάτου: Οι χιλιασταί (1971), Οι χιλιασταί εχθροί της πίστεως και της πατρίδος (1976), Ο χιλιασμός είναι αντίχριστος (1977), Αντεθνικά και αντιστρατιωτικά κηρύγματα του χιλιασμού και ο αντισυνταγματικός Ν. 731/77 (1978), Ο χιλιασμός είναι εθνοκτόνος; (1978), Οι ολίγοι, ανενόχλητοι, γίνονται πολλοί και επικίνδυνοι: Επίκαιροι αντιχιλιαστικαί σκέψεις (1980), Λύκοι στα σταυροδρόμια (1988), Μπροστά στο μεγάλο πόλεμο: Ένα παράθυρο στα σκοτεινά διεθνή παρασκήνια (1990), Σιωνισμός και μάρτυρες του Ιεχωβά: «Νέα τάξη πραγμάτων», η πολιτική απάτη των αιώνω: Ντοκουμέντο (1995), είναι μερικά μόνο από τα δεκάδες έργα, των οποίων ήδη ο τίτλος δηλώνει ρητά τις ευρύτερες αρνητικές αξιολογήσεις απέναντι σε ολόκληρη την υπό εξέταση θρησκευτική ομάδα και απέναντι στις νοοτροπίες και πρακτικές τους.
Οι αρνητικές αυτές αξιολογήσεις, μέσα από συσχετισμούς συμβολικής δύναμης και ανάλογα με το εκάστοτε πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο και τις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες, εξελίχθηκαν σε πρακτικές στιγματισμού, αποκλεισμού και καταδίωξης της συγκεκριμένης ομάδας, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι, ακόμη και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας, οι αυθαίρετες νοητικές κατασκευές, οι ρητορικές και, εν τέλει, οι πρακτικές για την ανάδειξη της ομοθρησκείας ως σημαντική βάση μιας -πλαστά καθολικής- εθνικής ταυτότητας δεν έχουν ακόμη εκλείψει.

 

ΜΑΡΚΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, Επίκ. Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, markat99@gmail.com

«Μουσουλμάνοι μετανάστες στην Ελλάδα. Οργάνωση και θρησκευτική ζωή»
Στο πλαίσιο της εισήγησης πρόκειται να παρουσιαστούν τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της μουσουλμανικής παρουσίας στην Ελλάδα εξαιτίας της μετανάστευσης. Αφρικανοί διαφορετικής καταγωγής, μουσουλμάνοι της Μέσης Ανατολής και της Ασίας καθώς και διάφοροι βαλκανικοί μουσουλμανικοί πληθυσμοί ζουν σήμερα σε μια πλειοψηφικά χριστιανική χώρα, την Ελλάδα, όπου θρησκεία και γένος αποτελούσαν τις βασικές συνιστώσες της έννοιας του έθνους. Μέσα στις σημερινές συνθήκες, το Ισλάμ αποτελεί μια πρόκληση και ταυτόχρονα μια ευκαιρία της εθνικής αυτογνωσίας η οποία προσδιορίζεται με τους όρους της κοινωνίας των πολιτών (τουλάχιστον «από τα πάνω»).
 Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον τρόπο που οι μουσουλμανικές κοινότητες διεκδικούν τη δική τους θέση και ταυτόχρονα τη θέση του Ισλάμ στο ελληνικό πλαίσιο. Εξετάζονται η οργάνωση της θρησκευτικής ζωής σε θεσμικό και κοινοτικό επίπεδο, η θρησκευτική εκπαίδευση και τα προβλήματα στη διατήρηση της θρησκευτικής παράδοσης των μουσουλμάνων μεταναστών καθώς και οι επίσημες απαντήσεις ή σιωπές από τις ελληνικές αρχές. Σκοπός είναι να αναδειχτούν οι πτυχές του μεταναστευτικού Ισλάμ καθώς και οι όροι υπό τους οποίους γίνεται δυνατή η συμβίωση μουσουλμάνων μεταναστών και Ελλήνων χριστιανών.

 

ΜΑΡΜΑΝΗ ΦΩΤΕΙΝΗ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, fondana1@yahoo.gr

«Πρόσφυγες: Η διάσταση του φύλου, τα προβλήματα και οι κοινωνικές προεκτάσεις του θέματος»
Το προσφυγικό ζήτημα ή καλύτερα η προσπάθεια προσέγγισης και ποιοτικής διερεύνησης με γνώμονα τη διάσταση του φύλου, του θέματος των αλλοδαπών που αιτούνται άσυλο και οι οποίοι διαβιούν σε μια ξένη χώρα και πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα είναι ένα θέμα πολύ σοβαρό, το οποίο, κατά την άποψή  μου, χρήζει περαιτέρω ανάλυσης.
 Η Ελλάδα κατέστη και εκείνη αποδέκτης πολλαπλών ρευμάτων μεταναστών και προσφύγων από περιοχές που ήταν διαφοροποιημένες γεωγραφικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Συνεπώς, εντάχθηκε, και αυτή στο πλέγμα των χωρών που αντιμετωπίζουν τις ίδιες ή παρόμοιες καταστάσεις με τους πρόσφυγες.     Ωστόσο, θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως  Πρόσφυγας θεωρείται το άτομο, το οποίο, λόγω δικαιολογημένου φόβου ή δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ορισμένη κοινωνική ομάδα ή λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, βρίσκεται εκτός χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν μπορεί, ή εξαιτίας αυτού του φόβου, δεν επιθυμεί να απολαμβάνει της προστασίας της χώρας αυτής.
Είναι σαφές ότι ένας πρόσφυγας δικαιούται άσυλο και ασφάλεια.  H διεθνής προστασία δεν προβλέπει μόνο την περιφρούρηση της σωματικής του ακεραιότητας, καθώς  πρέπει να απολαμβάνει τουλάχιστον των δικαιωμάτων και της βασικής βοήθειας που δικαιούται κάθε αλλοδαπός που διαμένει μόνιμα στην χώρα ασύλου, όπως η ελευθερία σκέψης και διακίνησης, καθώς και η προστασία από τα βασανιστήρια και την εξευτελιστική μεταχείριση. Παρομοίως αναγνωρίζονται στον πρόσφυγα  οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα.
Ανά τον κόσμο υπάρχουν περίπου πενήντα εκατομμύρια ξεριζωμένοι άνθρωποι -πρόσφυγες που αναζήτησαν την ασφάλεια σε μια άλλη χώρα ή έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας τους. Από αυτούς ένα ποσοστό μεταξύ 75 και 80 τοις εκατό είναι γυναίκες και κορίτσια.
Θεωρώντας πολύ μεγάλο τον αριθμό των ανθρώπων που βρίσκονται στην εξαιρετικά δύσκολη θέση του πρόσφυγα, θεωρώ, ως  ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την έρευνα, σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αιτούντες άσυλο σε ότι αφορά στις συνθήκες διαβίωσης και βιοπορισμού τους από τη στιγμή που εισέρχονται σε μια ξένη για αυτούς χώρα. Ο αναλφαβητισμός, η έλλειψη ικανοποιητικής στέγασης, σίτισης, υγειονομικής περίθαλψης, η έλλειψη εργασίας, η σεξουαλική βία είναι μερικά εξ αυτών που χρίζουν άμεσης αντιμετώπισης. Ο κοινωνικός αποκλεισμός σε συνδυασμό με το ρατσισμό και την ξενοφοβία  που υφίστανται οι αιτούντες άσυλο - αλλοδαποί είναι επίσης μία πραγματικότητα ιδιαιτέρως αποθαρρυντική. Ο τρόπος που τους αντιμετωπίζει, γενικότερα, η κοινωνία, αλλά  και πιο συγκεκριμένα η τοπική κοινωνία είναι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μια ένδειξη οίκτου και συμπαράστασης που αυτόματα τους προσδίδει το  ρόλο του θύματος.
Στη διερεύνηση του θέματος αυτού θα δοθεί ιδιαίτερη σημασία στη διάσταση του φύλου, στη θέση των γυναικών- προσφύγων και στις δυσκολίες που εκείνες αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους. Ιδιαίτερα, για τις γυναίκες, τα προβλήματα τείνουν να είναι πολλαπλάσια των όσων αντιμετωπίζουν οι άνδρες –πρόσφυγες, αφού στα ήδη υπάρχοντα προστίθενται και αυτά της κακομεταχείρισης και της άδικης συμπεριφοράς για λόγους καθαρά φύλου και υποτιμητικής νοοτροπίας, ακόμη και από τους ίδιους τους πρόσφυγες (είτε είναι αδέρφια, σύζυγοι κ. λ. π).  Επιπλέον, συχνά  συντηρείται το πρότυπο της «ευάλωτης» ή «άτυχης» γυναίκας και πολύ πιο συχνά, όπως οι ίδιες υποστηρίζουν,  πέφτουν θύματα και άλλων διακρίσεων, από τους πιο απλούς που αφορούν στον εις βάρος τους άδικο τρόπο διανομής τροφίμων στους καταυλισμούς μέχρι στους πιο σύνθετους που αφορούν στις ανισότητες που προβάλουν κατά την προσπάθεια διεκδίκησης και  εξασφάλισης του πολυπόθητου ασύλου.
 Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι σκοπός της συγκεκριμένης ανακοίνωσης είναι να παρουσιαστούν και να γνωστοποιηθούν οι συνθήκες διαβίωσης και τα προβλήματα των προσφύγων με έμφαση στην ομάδα των γυναικών.                    

 

ΜΑΥΡΙΔΗΣ ΗΡΑΚΛΗΣ, Λέκτορας, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, mavridis@ath.forthnet.gr

«Κοινωνική επιστήμη και κρίση: Για τους ρόλους και τους στόχους της κοινωνικής έρευνας σήμερα»
Η εργασία αυτή σκοπεύει να διερευνήσει τις ποικιλόμορφες και ετερογενείς σχέσεις μεταξύ κοινωνικής επιστήμης και κρίσης, δηλαδή τους όρους και τις στοχοθεσίες της κοινωνικής επιστήμης στην εποχή της κρίσης. Η έννοια της κρίσης θα θεωρηθεί συνοπτικά εδώ ως ο ιστορικός κλονισμός των βεβαιοτήτων και των σταθερών σημείων αναφοράς που διέπουν ένα σύστημα (κοινωνικό ή επιστημονικό) και μέσω απρόβλεπτων εξελίξεων αμφισβητούν τη συνέχεια και την συνοχή του – αυτό αφορά τόσο την ίδια την κοινωνία όσο και το μέλλον των κοινωνικών επιστημών. Σκοπός μας λοιπόν είναι να θέσουμε στις νέες ιστορικές συνθήκες καθοριστικά «παλαιά» επιστημολογικά ερωτήματα όπως: κοινωνική επιστήμη σήμερα, γιατί και προς τι; Τι μπορεί να «κάνει» η κοινωνική επιστήμη σε μια εποχή κρίσης, σε τι χρησιμεύει, ποιες είναι οι λειτουργίες της, τι μπορεί να προσφέρει.
 Θα προσπαθήσουμε να αποδομήσουμε μια σειρά από επιστημολογικές και θεωρητικές προτάσεις που προέρχονται συνολικά από το ιστορικά καταγεγραμμένο σώμα της κοινωνιολογίας ως σειράς ετερογενών παραδόσεων· με αυτό τον τρόπο θέλουμε να θέσουμε τις βάσεις της επεξεργασίας μια κριτικής πρότασης που θα αντιμετωπίζει τα μεγάλα προβλήματα της σχέσης της παραγόμενης από τις κοινωνικές επιστήμες γνώσης με το ίδιο της το αντικείμενο – και ειδικά μέσα σε συνθήκες που εμφανίζονται ως ιστορικά επείγουσες και απρόβλεπτες -  και της αναδραστικής σχέσης μεταξύ των δύο προς την κατεύθυνση μιας κριτικής κοινωνικής επιστήμης που όμως α) θα θέτει τον εαυτό της ως ένα από τα βασικά αντικείμενα της κριτικής της β) δεν θα μπορεί να σχηματοποιηθεί και να κρυσταλλωθεί απόλυτα σε μια και μοναδική προνομιακή μεθοδολογία – και άρα σχέση με την αλήθεια. Η κοινωνική κρίση λοιπόν δεν μπορεί παρά να σχετίζεται και με την κρίση της κοινωνικής επιστήμης και βεβαίως εδώ τίθεται το ερώτημα της κριτικής και της κρίσης μέσα στον ίδιο τον επιστημονικό λόγο.

 

ΜΙΜΙΚΟΥ ΜΑΡΙΑ, ΠΜΣ ΤΕΑΠΗ, ΕΚΠΑ/Institute of Education, University of London, mariamimikouni@yahoo.gr

«‘Kitchen-gardeners’ – Ένας κήπος στη βεράντα σας: Κοινωνιολογικές προεκτάσεις»
Η ελληνική –και όχι μόνο- κοινωνία βίωσε έντονα, μεταπολεμικά/μετεμφυλιακά και αργότερα, το φαινόμενο της αστυφιλίας και της γιγάντωσης των αστικών κέντρων. Η γεωργική παραγωγή αυξήθηκε και αυτή, με πολύ μικρότερο, όμως, απ’ ό,τι παλαιότερα απασχολούμενο σε αυτή πληθυσμό. Η εκμηχάνιση της παραγωγής, αλλά και η εισροή μεταναστών στη χώρα συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνση του πληθυσμού από την καθαυτό αγροτική παραγωγή. Σιγά-σιγά η ύπαιθρος και η αγροτική ζωή χάθηκαν από τη συλλογική μνήμη ως κυρίαρχος τ(ρ)όπος ζωής και διαμόρφωσης ταυτότητας.
Παράλληλα, η πόλη δεν έπαψε ποτέ να εξιδανικεύει και να νοσταλγεί την αγροτική ζωή, ενώ ταυτόχρονα αποστρέφεται τη χειρωνακτική εργασία, τη «βρωμιά» και την έλλειψη πνευματικότητας, που συμπεριλαμβάνονται σε αυτή. Η φύση, το περιβάλλον, η ύπαιθρος και η αγροτική ζωή επανέρχονται όλο και περισσότερο στο προσκήνιο – πολιτικό, καλλιτεχνικό, κοινωνικό, προσωπικό. Ορισμένοι εναλλακτικοί τρόποι ζωής (lifestyles), το κοινωνικό κίνημα της οικολογίας, το πολιτικό αίτημα για αειφόρο ανάπτυξη «επιβάλλουν» τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεών μας με ό,τι φυσικό και τεχνητό/αστικό. Έντονος είναι ο ανάλογος προβληματισμός και η «παρουσία» της φύσης και στα καλλιτεχνικά δρώμενα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ελληνική αποστολή στη Biennale Αρχιτεκτονικής στη Βενετία το 2010, με το έργο «Κιβωτός: παλαιοί σπόροι για νέες καλλιέργειες».
Μία από τις μορφές της όσμωσης πόλης και υπαίθρου είναι η πρακτική του kitchen-gardening, που τα τελευταία χρόνια, και στην Ελλάδα, παρατηρούμε όλο και συχνότερα. Λέγοντας kitchen-gardening εννοούμε την μικρής κλίμακας καλλιέργεια σε βεράντες πολυκατοικιών, πρωτίστως αστικά δηλαδή προσδιορισμένους χώρους, λαχανικών και μυρωδικών φυτών. Στόχος της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση των λόγων που έχουν ωθήσει κατοίκους της πόλης (Αθήνας και της ευρύτερης περιοχής) στην πρακτική αυτή, η σκιαγράφηση του κοινωνικού προφίλ τους, καθώς και η διερεύνηση πιθανών νέων συλλογικών ταυτοτήτων και μορφών δικτύωσης. Ακολουθείται η ποιοτική μεθοδολογία έρευνας ως συνολική προσέγγιση της ερευνητικής διαδικασίας και η συλλογή του ερευνητικού υλικού γίνεται με τη χρήση οδηγού συνέντευξης στο πλαίσιο ημι-δομημένων συνεντεύξεων.
 

 

ΜΟΥΖΑΚΙΤΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ, ΣΕΠ, ΕΑΠ

«Κοινωνική μεταβολή και νεωτερικότητα: Εκφάνσεις και αινίγματα»
Η ενδελεχής διερεύνηση των μηχανισμών της κοινωνικής μεταβολής αποτέλεσε –και αποτελεί- ένα κομβικό αίτημα των «μεγάλων» κοινωνιολογικών και κοινωνικών θεωριών/αφηγήσεων. Σε μεγάλο βαθμό το αίτημα αυτό βρίσκεται σε πλήρη εναρμόνιση με τις προγραμματικές αρχές του Διαφωτισμού και σχετίζεται με την ανάγκη προγνώσεως, ελέγχου και σχεδιασμού της πορείας των κοινωνιών, στοιχείων δηλαδή  που αν και δεν απουσιάζουν από κανένα κοινωνικό μόρφωμα λαμβάνουν μια ιδιαίτερα οξεία μορφή στη νεωτερικότητα.
Το ζήτημα της κοινωνικής μεταβολής αναδεικνύει στο μέγιστο ίσως βαθμό την σημασία μιας σειράς διαμαχών στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Χαρακτηριστική είναι από αυτή την άποψη η –αμφιλεγόμενη- διάκριση μεταξύ νομοθετικών και ιδεογραφικών επιστημών και η σχετική με αυτή διαμάχη περί της φύσης των κοινωνικών επιστημών (π.χ. Methodenstreit, Positivismusstreit), που υποκρύπτει φυσικά μια διαμάχη περί της φύσης των ίδιων των κοινωνιών. Ομοίως, σημαντική είναι η μεθοδολογική διαμάχη μεταξύ ατομισμού και ολισμού που αποτυπώνεται και στη διάσταση μεταξύ των θεωριών δράσης και των θεωριών που εκκινούν από τη μελέτη της δομής των κοινωνικών μορφωμάτων (των συστημικών θεωρίων συμπεριλαμβανομένων) καθώς και των θεωριών «δομοποίησης». Σε κάθε περίπτωση, η «ανοικτότητα» του κοινωνικό-ιστορικού γίγνεσθαι καθώς και η ανακάλυψη κάποιων «κανονικοτήτων» που να σχετίζονται με την κοινωνική μεταβολή αποτελούν ακόμη ένα αίνιγμα που η κοινωνική θεωρία καλείται να αντιμετωπίσει.
Στην εργασία μου σκοπεύω να επικεντρωθώ σε μικρό μέρος των προβλημάτων που σχετίζονται με την κοινωνική μεταβολή. Εστιάζοντας κυρίως –αν και όχι αποκλειστικά- στην οπτική των multiple modernities (Eisenstadt,Wittrock), στην περί νεωτερικότητας οπτική του Peter Wagner (ιδιαίτερα στο τελευταίο έργο του Modernity as experience and interpretation) και στην Begriffsgeschicte του Reinchard Koselleck θα επιχειρήσω να δώσω μια πρώτη απάντηση στα ακόλουθα ερωτήματα:
Α. Σε ποιο βαθμό μπορούμε να ομιλούμε περί ιδιαιτερότητας των νεωτερικών κοινωνιών σε σχέση με τους όρους και τους μηχανισμούς της κοινωνικής μεταβολής, χωρίς να υποκύπτουμε σε μια μονοδιάστατη ανάλυση της νεωτερικότητας και της κοινωνικής μεταβολής;
Β. Ποιος ο συσχετισμός των τριών διαστάσεων του χρόνου (παρελθόντος, παρόντος, μέλλοντος) σε συνθήκες νεωτερικότητας και με ποιο τρόπο συμβάλλει στις διαδικασίες μεταβολής των νεωτερικών κοινωνιών;
 

ΜΠΟΥΡΑΝΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, ΝΟΠΕ, ΑΠΘ, vickybouranta@hotmail.com
ΜΟΥΡΕΛΟΥ ΔΑΦΝΗ, MSc , Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ,

«Περιβαλλοντικές οργανώσεις και ψήφος: Προς αναζήτηση εναλλακτικών προτάσεων πολιτικής»

Με αφορμή τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές του 2010 όπου οι Οικολόγοι Πράσινοι εξέλεξαν σημαντικό αριθμό υποψηφίων σε τοπικό και δημοτικό επίπεδο, θέτουμε με την συγκεκριμένη εισήγηση μας τον εξής προβληματισμό: υπάρχει στην ελληνική κοινωνία ένα διαμορφωμένο ρεύμα και εν δυνάμει εκλογικό σώμα οικολόγων ψηφοφόρων που να εκφράζεται και να εκπροσωπείται από το κόμμα των Οικολόγων Πράσινων ή πρόκειται για ψήφους διαμαρτυρίας απέναντι σε πρόσωπα, κόμματα και γενικότερα στο πολιτικό και κομματικό σύστημα που φαίνεται να καταρρέει; Θα μπορούσε ένα «οικολογικό» κόμμα να προσφέρει μια εναλλακτική πρόταση στο πολιτικό τοπίο ή είναι συγκυριακό το φαινόμενο;
Για να ανιχνεύσουμε το βαθμό ενασχόλησης των πολιτών με περιβαλλοντικά ζητήματα καθώς και τη μορφή και το ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο ενασχόλησης του θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε ομάδες εθελοντών οικολόγων, εθελοντικές περιβαλλοντικές οργανώσεις, τοπικές πρωτοβουλίες πολιτών, ομάδες επίσημες ή ανεπίσημες που ασχολούνται με ζητήματα και προβλήματα περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος σε τοπικό επίπεδο και θα μελετήσουμε τις δράσεις, τις πρωτοβουλίες και τη συμμετοχή τους στον πολιτικό διάλογο της περιοχής που δραστηριοποιούνται όπως αυτές παρουσιάζονται στο διαδίκτυο και στον τύπο.
Σε δεύτερο επίπεδο θα συγκρίνουμε τα αποτελέσματα των «οικολόγων» υποψηφίων στις πρόσφατες περιφερειακές και δημοτικές εκλογές στις περιοχές που δραστηριοποιήθηκαν αυτές οι ομάδες. Στόχος μας είναι να διακρίνουμε εάν υπάρχει κάποιος συσχετισμός ανάμεσα στις δράσεις και πρωτοβουλίες αυτών των ομάδων και στα αποτελέσματα των υποψηφίων που υποστηρίχθηκαν από τους Οικολόγους Πράσινους στις εκλογές. Ο συσχετισμός αυτός, εάν υπάρχει, δεν αποτελεί βεβαίως από μόνος του απόδειξη ότι τμήμα του εκλογικού σώματος έχει στραφεί προς το κόμμα των Οικολόγων Πρασίνων για ιδεολογική και πολιτική αντιπροσώπευση, αποτελεί όμως, κατά τη γνώμη μας, ένδειξη για την αναζήτηση εναλλακτικών προτάσεων πολιτικής από τους ψηφοφόρους.

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΟΥΖΑΝΝΑ-ΜΑΡΙΑ, Λέκτορας ΠΤΔΕ, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, snikola@cc.uoi.gr
ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΥΣΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, ΜSc., Κοινωνιολόγος, Εκπαιδευτικός, chbarmparousis@gmail.com

«Η χρήση εκπαιδευτικού αλληλεπιδραστικού παιχνιδιού στη διδασκαλία της κοινωνιολογίας και της κοινωνικής και πολιτικής αγωγής. Αξιολόγηση της χρηστικότητας και μέτρηση στάσεων των μαθητών»
Οι Νέες Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (ΤΠΕ) έχουν ήδη ενταχθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία με σκοπό τη δημιουργία νέων περιβαλλόντων μάθησης, όπου μέσω κατάλληλων δραστηριοτήτων, θα δίνεται η δυνατότητα στους μαθητές/τριες να αποκτούν γνώσεις, όχι μόνο με τα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου αλλά και με εικονικά αντικείμενα. Η εισαγωγή των ΤΠΕ στη διδακτική πράξη αλλάζει τις υπάρχουσες συνθήκες, όπως για παράδειγμα τις διδακτικές μεθόδους, τις μαθησιακές διαδικασίες, τα περιβάλλοντα μάθησης κ.ά. Τα παιχνίδια μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο στη διδασκαλία και τη μάθηση. Στους αλληλεπιδραστικούς ψηφιακούς μικρόκοσμους ο παίκτης μπορεί να πληροφορείται, να διαμορφώνει γνώμη, να αναθεωρεί απόψεις και στάσεις.
Στη συγκεκριμένη εργασία επιχειρείται η εισαγωγή και η χρήση του εκπαιδευτικού ηλεκτρονικού αλληλεπιδραστικού παιχνιδιού Food Force στη διδασκαλία της θεματικής ενότητας «Φτώχεια» του μαθήματος της Κοινωνιολογίας της Γ΄ Λυκείου και του μαθήματος Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή της Γ΄ Γυμνασίου. Για τη μέτρηση της «χρηστικότητας» του παιχνιδιού από τους μαθητές χρησιμοποιήθηκε το πρόγραμμα  SUS Calculator Package. Για τη μέτρηση των στάσεων των μαθητών απέναντι γενικά στη χρήση του εκπαιδευτικού διαδραστικού παιχνιδιού, κατασκευάστηκε κλίμακα σημασιολογικής διαφοροποίησης (Semantic differential scale), η οποία αξιολογεί ως τομείς αντίδρασης τους «δυσκολία-έλεγχο»,  «χρησιμότητα-εκπαιδευτικήή αξία», «ευχαρίστηση», «πρόκληση ενδιαφέροντος».
Η σχετική κλίμακα χορηγήθηκε για συμπλήρωση από τους μαθητές/τριες τόσο πριν όσο και μετά την ενασχόληση τους με το εκπαιδευτικό παιχνίδι. Το φύλο, ο τόπος μόνιμης διαμονής, η κατεύθυνση σπουδών, η γενική επίδοση, η κοινωνική διαστρωμάτωση των γονέων και ο πληροφορικός εγγραμματισμός των μαθητών/τριών εξετάζονται ως παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τις στάσεις των μαθητών/τριών απέναντι στη χρήση εκπαιδευτικού παιχνιδιού.  

ΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Επίκ. Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, N.Nagopoulos@soc.aegean.gr

«Κοινωνικό σύστημα και δημοκρατία στην ελληνική πραγματικότητα»

Η Κοινωνιολογία των κοινωνικών συστημάτων αναπτύχθηκε σε μια περίοδο μη εμπεδωμένης πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας με αποτέλεσμα να συνδεθεί, σε μεγάλο βαθμό  με  συντηρητικές επιστημολογικές πειθαρχίες και συχνά με παραδοσιακές και εξουσιαστικές πολιτικές δυνάμεις. Όμως και η ίδια η έννοια του κοινωνικού συστήματος κρίνεται περισσότερο με  όρους πολιτικής ιδεολογίας, παρά με όρους κοινωνιολογικής επιστήμης, έτσι ώστε να καθίσταται συχνά ένοχη η ίδια η έννοια του κοινωνικού συστήματος και όχι αυτό καθεαυτό το περιεχόμενό της, ωσάν να ταυτίζεται η ίδια η έννοια απόλυτα με το περιεχόμενό της.   
Σήμερα, σε περίοδο διευρυμένης πολιτικής, κυρίως  τυπικής,  Δημοκρατίας οι εξουσιαστικές δομές εξακολουθούν βέβαια να είναι ισχυρές. Οι κοινωνίες όμως μετασχηματίζονται, τα κοινωνικά αιτήματα πυκνώνουν,  η διαπραγματευτική ισχύς των  κοινωνικών ομάδων ενισχύεται και η διαβούλευση επικρατεί σε πολλούς τομείς. Παράλληλα η  συνεχής δράση αντιεξουσιαστικών κινημάτων καταγράφει μια γενικευμένη, δικαιολογημένη δυσαρέσκεια και αντίδραση, η οποία όμως δεν φαίνεται να υπερβαίνει μια κουλτούρα αμφισβήτησης και εξαντλείται σε ad hoc εξεγέρσεις με συγκεκριμένη πάντα αφορμή που απολήγουν  ενίοτε σε εκδηλώσεις βίας. Οι εξελίξεις αυτές δεν φαίνεται - ούτε καν στην  περίοδο της πρόσφατης  κρίσης, όταν μεταβάλλονται βασικές κοινωνικοπολιτικές  αξίες - να μεταφράζονται σε επιρροές για την ανασυγκρότηση του περιεχομένου του κοινωνικού συστήματος, ώστε μέσα από πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες να είναι ορατοί οι στόχοι, να  διαφαίνονται οι πολιτικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί  και να είναι εφικτές οι προτεινόμενες αλλαγές στο πλαίσιο αυτής της ανασυγκρότησης. Αυτό που είναι στις περιπτώσεις αυτές περισσότερο έκδηλο είναι η κρίση της, κατά Luhmann, «νομιμοποίησης μέσω νομιμότητας» και η ανάδειξη π.χ του νομιμοποιητικού χαρακτήρα της αναδιανεμητικής πολιτικής και της κοινωνικής δικαιοσύνης απέναντι στην κρίση.    
Η νέα αυτή πραγματικότητα δεν έχει προσληφθεί από τη μεριά των κοινωνικών επιστημών  στη χώρα μας ως  μία δυνατότητα επαναπροσέγγισης της έννοιας, αλλά και της νέας πραγματολογίας αναφορικά με την ανασυγκρότηση ενός κοινωνικού συστήματος. Το τελευταίο εξακολουθεί να προσδιορίζεται μέσα από τις οργανισμικές και αυστηρά δομικές πτυχές της δράσης του Parsons, ή τις νεολειτουργικές προσεγγίσεις, ενώ απουσιάζει η ανοιχτότητα, η ανάλυση και η ανατροφοδότηση του κοινωνικού συστήματος με νέα συλλογικά-δημοκρατικά υποδείγματα δράσης.  Ως γνωστόν μία από τις πρώτες κοινωνιολογικές απόπειρες για τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου κοινωνικού συστήματος προσδιόρισε το τελευταίο ως σύστημα κοινωνικής δράσης (System of Social Action), παρότι απουσίαζε η επικοινωνία τόσο με τη θεωρία της συμβολικής διάδρασης  όσο και με την ερμηνευτική θεωρία της πράξης.  Η απουσία μιας  συνθετικής μεθοδολογικής πρότασης στο πλαίσιο μιας αναγκαίας αναδιαμόρφωσης του εννοιολογικού και πραγματολογικού περιεχομένου του κοινωνικού συστήματος επιβεβαιώνει την σχεδόν υποστασιοποιημένη χρήση του όρου.   
Τέλος, η αναβίωση του κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος για τη θεωρία και τις πρακτικές των κοινωνικών συστημάτων διευκολύνει, όπως υποστηρίζουμε στο κείμενο αυτό, την επιστημονική κατανόηση μορφών δράσης στην Ελλάδα, όχι μόνο από άποψη κινηματικού ενδιαφέροντος, αλλά κυρίως σε επίπεδο δυνατοτήτων συγκρότησης νέων κοινωνικών και πολιτικών δομών με τη συμβολή ενός  νέου κοινωνιολογικού παρεμβατικού ενδιαφέροντος για την ανασυγκρότηση των κοινωνικών συστημάτων.    
 

ΝΑΤΣΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, ΠΜΣ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, permanad2001@yahoo.gr

«Διανοούμενοι και δομές δημοσιότητας στην μεταπολιτευτική Ελλάδα: Η περίπτωση της διαμάχης Παναγιώτη Κονδύλη – Ριχάρδου Σωμερίτη»
Στην παρούσα εισήγηση θα επιχειρηθεί μια πρώτη συσχέτιση της συγκρότησης του υποκειμένου «διανοούμενος» με την διαμόρφωση των δομών της δημοσιότητας στην μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ως παράδειγμα αναφοράς, θεωρούμενη ως ισχυρής πυκνότητας τόπος συνύπαρξης πολλαπλών κρίσιμων αφηγήσεων, έχει επιλεγεί η διαμάχη των Παναγιώτη Κονδύλη και Ριχάρδου Σωμερίτη, μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας Το Βήμα κατά το 1998. Τόσο οι συμμετέχοντες, όσο και το αντικείμενο και ο τόπος της διαμάχης την καθιστούν αντιπροσωπευτική γενικότερων τάσεων.  
Ο Π. Κονδύλης αυτοπαρουσιαζόμενος ως παρίας – «καταραμένος» διανοούμενος, στο περιθώριο των πανεπιστημιακών θεσμών κατασκευάζει ένα αρχιμήδειο σημείο κριτικής των ελληνικών πραγμάτων, ενώ ο Ρ. Σωμερίτης αυτοπαρουσιάζεται ως η ενσάρκωση ενός φιλελεύθερου κοινού νου που προσκρούσει στα άκρα• η διαμάχη αφορούσα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκει σ’ ένα ευαίσθητο νεύρο της συγκρότησης ταυτοτήτων in toto• Το Βήμα ως μία από τις εγκυρότερες εφημερίδες προσδίδει στη διαμάχη χαρακτήρα δημοσίου γεγονότος.
Μέσα από την κριτική πραγμάτευση κλασικών και κλασικότροπων θεωρήσεων αναφορικά με την δημοσιότητα και τους διανοουμένους (Kant, Gramsci, Habermas), και μέσα από την προσπάθεια κριτικής χρησιμοποίησης εγχειρημάτων που εγγράφονται στην μεταδομιστική παράδοση (επινόηση εαυτού –Foucault, λογοδοσία –Butler) θα επιχειρηθεί η σκιαγράφηση των περιπετειών της ανάληψης χρήσης του Λόγου στην μεταπολιτευτική ελληνική κοινωνία, σκιαγράφηση που αποβλέπει στον τονισμό των «ημαρτημένων» χαρακτηριστικών της δημόσιας σφαίρας και σε μια απόπειρα εξήγησής τους.
 

ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΣΗΛΙΑ, Καθηγήτρια, , Τμήμα Ιστορίας , Αρχαιολογίας και Κοινωνικής
Ανθρωπολογίας,  Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, vasnik46@otenet.gr

«Αξιακές μεταλλάξεις και θυμικοί μετασχηματισμοί. Η σύγχρονη ελληνική κοινωνικο-οικονομική κρίση ως παράδειγμα»
Η ανακοίνωση έχει ως στόχο, τη διερεύνηση των μηχανισμών διαχείρισης των συναισθημάτων σε περιόδους  οικονομικής κρίσης, με παράδειγμα τη σύγχρονη ελληνική μετανεωτερική κοινωνία.(1975-2011).

Υπόθεση εργασίας θα αποτελέσει  η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ αξιακών μεταβολών και θυμικών μετασχηματισμών. Η πρόσφατη ανατροπή κοινωνικών κεκτημένων (μείωση μισθών και συντάξεων, περιορισμός των παροχών υγείας), ωθεί πολλές ομάδες του πληθυσμού (νέους, γυναίκες, συνταξιούχους, οικονομικούς μετανάστες)σε  κοινωνική περιθωριοποίηση και ανομία (υπονόμευση της κοινωνικής συνοχής, αύξηση της εγκληματικότητας, γενικευμένη παραβατικότητα). Η κοινωνική συλλογικότητα, προσδιορίζεται από τις από κοινού πεποιθήσεις για συλλογικές απαράβατες κοινωνικές αξίες, ως αναπαλλοτρίωτα αγαθά, ως αρετές μη διαπραγματεύσιμες. Τα ανθρώπινα πάθη, (οι συναισθηματικές παράμετροι του εγώ), είτε υποτάσσονται σε αυτές, εκλογικεύοντας ως δέον, την ανιδιοτέλεια, το χρέος, τη διάθεση προσφοράς, είτε πρωτοστατούν στην απαξίωσή τους, επινοώντας πρακτικές και συναισθηματικούς μηχανισμούς καταστροφικότητας.
Η επιλογή και η  εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντος έναντι του συλλογικού,(μια εμπαθής πράξη), ισχυροποιείται μέσω των επιθετικών συναισθηματικών μηχανισμών, όπου τα όρια μεταξύ ηθικής και ανηθικότητας ελαχιστοποιούνται, γίνονται δυσδιάκριτα  και όλο πιο διαπραγματεύσιμα. Η απαξίωση των κοινωνικών αξιών, αφαιρεί από το κοινωνικό σύνολο τη δυνατότητα  συλλογικής δράσης, ωθώντας τα άτομα σε ατομικές επιλογές με έντονα αρνητικά ψυχοσυναισθηματικά στοιχεία.
Η καταπιεσμένη κοινωνικότητα εκδηλώνεται μέσω μηχανισμών άμυνας-καταστροφικότητας, εμπάθειας-αδιαφορίας, κυνισμού-ιδιοτέλειας, ειρωνείας, απαξιώνοντας περαιτέρω τους κοινωνικούς θεσμούς. Η σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αθρόα συμμετοχή πολιτών σε κοινωνικές διαμαρτυρίες σε δημόσιους χώρους (πλατείες) προτάσσει τις ψυχοσυναισθηματικές τους δυνάμεις, χωρίς ωστόσο  οι μαζικές αυτές κινητοποιήσεις να σημαίνουν την απουσία πολιτικής βούλησης των πολιτών για βαθειές πολιτικές ανατροπές και ανακατατάξεις. Στις συγκεντρώσεις  των αγανακτισμένων πολιτών, δεν υπερτερεί ο θυμός/οργή ως μια απολιτική εκτόνωση. Αντίθετα η οργανωμένη  διαχείριση των συναισθημάτων απαιτεί από τους πολιτικούς και τα πολιτικά συστήματα ρήξεις και ανατροπές. Οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις  αποκτούν την κοινωνική τους δυναμική  από τη συνεργασία και την αυτοοργάνωση των συναισθηματικά φορτισμένων πολιτών που στοχεύουν την ανατροπή ενός διεφθαρμένου και αδιαφανούς  πολιτικού συστήματος μια δημοκρατία από τη βάση. Η κοινωνική ηθική των αγανακτισμένων προβάλλει ως κάθαρση  των διεφθαρμένων πολιτικών και όχι ως καταστροφή, ως άρνηση και όχι ως αρνητικότητα.
Οι συναισθηματικοί μηχανισμοί της άμυνας και της αντίστασης και η ενδυνάμωση των συναισθημάτων κοινωνικής αλληλεγγύης, προτρέπουν στην αντιστροφή της καταστροφικότητας, στη θετική διαχείριση της αδιέξοδης  κοινωνικοοικονομικής πολιτικής  με την ανατροπή της.
Η ανάλυση των μηχανισμών συναισθηματικής διαχείρισης, αφορά στον κοινωνικό μετασχηματισμό τους. Ζητούμενο το πέρασμα (δυναμική- πρόκληση) από τον ατομικό θυμό/οργή στη συλλογική δράση, από την προσωπική διαχείριση της κοινωνικοοικονομικής κρίσης στη συλλογική, από τη στείρα πολιτική αντιπαράθεση στο κοινωνικό διάλογο. Πρόκληση  για μια μετανεωτερική κοινωνία , όπου έννοιες όπως ελευθερία, δημοκρατική διακυβέρνηση, κοινωνική δικαιοσύνη, να επαναποκτήσουν κύρος και ουσία, παύοντας να συγκαλύπτουν διεφθαρμένες και αδιέξοδες πολιτικές επιλογές.

ΝΙΩΤΗ ΣΤΕΛΛΑ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας,  Πάντειο Πανεπιστήμιο, stnioti@otenet.gr

«Αποένταξη, επανένταξη και αποκλεισμός από την αγορά εργασίας: Η περίπτωση των περιοχών Ν.Δ. Πειραιά»
Παρά το γεγονός ότι στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες η εργασιακή ένταξη τείνει να αποσυνδέεται από την κοινωνική ενσωμάτωση, η αποένταξη από την εργασία εξακολουθεί να λειτουργεί ως «πέρασμα» προς την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, για έναν απροσδιόριστο αριθμό ανέργων.
Αυτό, λοιπόν, το οποίο, εν προκειμένω, ενδιαφέρει είναι η κατανόηση των κοινωνικών μεταβολών που προκαλούν η οικονομική κρίση και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και έχουν ως αποτέλεσμα την κοινωνική ενσωμάτωση ή τον αποκλεισμό κοινωνικών κατηγοριών και ομάδων του πληθυσμού.  
Η σχέση ανάμεσα στην εργασιακή αποένταξη, την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό εξετάζεται σε δείγμα 2520 προς επιδότηση ανέργων του ΟΑΕΔ Κερατσινίου, στα χρονικά διαστήματα Μαΐου- Ιουλίου και Αυγούστου- Οκτωβρίου 2010. Το δείγμα αφορά στον πληθυσμό όσων απολύθηκαν από τις εργασίες τους στα παραπάνω διαστήματα και κατοικούν στις περιοχές του Ν.Δ. Πειραιά: το Κερατσίνι, τη Δραπετσώνα, το Πέραμα και τη Σαλαμίνα.
Οι διαδικασίες της εργασιακής αποένταξης και επανένταξης εξετάζονται με εξαρτημένη μεταβλητή την απασχόληση ανά κλάδο και ανεξάρτητες μεταβλητές το φύλο και την εθνικότητα.   
Η διατύπωση των υποθέσεων σχετικά με την εργασιακή περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό των ανέργων, καθώς και η εξαγωγή συμπερασμάτων επιχειρείται με την κατηγοριοποίηση των εμπειρικών δεδομένων στις τρεις ζώνες του R. Castel, δηλαδή τη ζώνη της ένταξης και της ενσωμάτωσης, τη ζώνη της ευπάθειας και τη ζώνη του αποκλεισμού. Η κατηγοριοποίηση των στοιχείων του πληθυσμού στις παραπάνω ζώνες βοηθά την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά του εργατικού δυναμικού που εντάσσεται, αποεντάσσεται και επανεντάσσεται συχνότερα στην αγορά εργασίας ή οδηγείται στην περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό.

ΠΑΙΔΑΚΑΚΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ, ΠΜΣ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, st_paidakaki@yahoo.gr

«Κοινωνικός αποκλεισμός ατόμων με σπάνιες παθήσεις: Προκλήσεις και προοπτικές»
 «Από αυτό θα αρχίσουμε; Όλα τα υπόλοιπα τα λύσαμε δηλαδή και μας έμεινε μόνο αυτό;» Είναι γεγονός ότι σε μια περίοδο κοινωνικο-οικονομικής κρίσης της ελληνικής κοινωνίας ίσως η ενασχόληση με το συγκεκριμένο ζήτημα να επικριθεί σχεδόν αυτονόητα ως «πολυτελής» και εξεζητημένη, τη στιγμή που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να λυθούν πρωτίστως κάποια ζητήματα που θεωρούνται σημαντικότερα. Στον επί της ουσίας ιδεολογικό αυτό αντίλογο θα απαντούσα με το εξής ερώτημα: τι πρέπει τελικά να μας απασχολήσει εν πρώτοις αν όχι η ανάδειξη των αναγκών και η προστασία των δικαιωμάτων των ευπαθών ομάδων, που πλήττονται περισσότερο από τις δυσκολίες μιας τέτοιας περιόδου;
Με την παρούσα εισήγηση θα προσπαθούσα να αναδείξω τις ποικίλες διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν τα άτομα που πάσχουν από σπάνιες παθήσεις, τα οποία υπολογίζεται ότι μπορεί να φτάνουν το 1.000.000 στην Ελλάδα. Τα επιμέρους πεδία που παρατηρείται ο αποκλεισμός αυτός αφορούν κατά κύριο λόγο στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τις υπηρεσίες υγείας, την εκπαίδευση, την εργασία, αλλά και σε διάφορα άλλα πεδία της κοινωνικής ζωής των πασχόντων και των οικογενειών τους.
 Επίσης θα παρουσιαστούν συνοπτικά οι υπάρχουσες κρατικές πολιτικές για το ζήτημα των σπάνιων παθήσεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Τέλος, θα γίνει λόγος για τις συσσωματώσεις των ασθενών σε ενώσεις, συλλόγους και μη κερδοσκοπικά σωματεία, εξετάζοντας τον ειδικό ρόλο των ενώσεων αυτών ως ομάδων πίεσης, αλλά και ως σημείων αναφοράς για την συγκρότηση της ταυτότητας ενός κοινωνικού σώματος πάσχοντος όσο και δρώντος.
 

ΠΑΜΟΥΚΤΣΟΓΛΟΥ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, Διδάκτωρ, ΕΚΠΑ, anpam@otenet.gr

«Πολιτισμικό κεφάλαιο και ο πολιτισμός της φτώχειας: Εκπαιδευτικές καινοτομίες στην οικονομική κρίση»
Ο ρόλος της ποιότητας της παρεχόμενης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ιδιαίτερα σε μαθητές που βιώνουν τη φτώχεια, καθώς η επίδραση της εκπαίδευσης στη δόμηση του κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου, επανεξετάζεται τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα ως προς τη μακροπρόθεσμα θετική επίδρασή της σε παιδιά που προέρχονται από μειονότητες ή στερημένα κοινωνικο-οικονομικά περιβάλλοντα, με ελλιπές κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο (Φραγκουδάκη, 1985) και την συμβολή της στην οικονομική ανάπτυξη και ευημερία όπως και την επίδρασή στην κοινωνική συμπεριφορά των ατόμων και τη κοινωνική συνοχή (Rouse, Brooks-Gunn, & McLanahan, 2005).
Η εργασία μας μελετά δυο καινοτόμες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις, που υιοθέτησε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ως απάντηση στο ερώτημα, πώς μπορεί να διαχειριστούμε τη θετική επίδραση της εκπαίδευσης για τη βελτίωση και ενίσχυση του κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου των μαθητών, ιδιαίτερα στην περίπτωση των μειονεκτούντων παιδιών. Οι  εκπαιδευτικές προσεγγίσεις που αναφέρουμε είναι:
α) Ο θεσμός του “Ολοήμερου Σχολείου”, που “αποτελεί ένα εκπαιδευτικό μοντέλο...”, που αναδιάρθρωσε και εμπλούτισε τα προγράμματα σπουδών,  τις διδακτικές μεθόδους, συνέδεσε την  σχολική κοινότητα με τον περιβάλλοντα χώρο, καθιστώντας τη σχολική μονάδα πολιτιστικό πυρήνα.  
β) Το Πρόγραμμα των “Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας” (ΖΕΠ) , όπου “πυλώνες”  αποτελούν: η υποστήριξη των μαθητών σε ακαδημαϊκό επίπεδο, η κοινωνικο− συναισθηματική ανάπτυξή τους, η σύνδεση σχολείου με την οικογένεια και την τοπική κοινωνία, η ανάδειξη της σχολικής μονάδας με πρωτοβουλίες λειτουργικού χαρακτήρα και την προώθηση εναλλακτικών καλών πρακτικών.
Τα προγράμματα αυτά εκτιμούν ότι η υψηλής ποιότητας παρεχόμενη εκπαίδευση,  προσφέρει τη δυνατότητα μείωσης των ελλειμμάτων των μειονεκτούντων παιδιών. Στο πλαίσιο αυτό, διερευνούμε το προβληματισμό τους και την θεμελίωση τους, μέσα από τα συστήματα εννοιών, που επεξεργάζονται: πολιτιστικό και πολιτισμικό κεφάλαιο, κώδικες επικοινωνίας κ.λ.π, που συγκεκριμενοποιεί για αυτά, τις αφετηρίες της σχολικής αποτυχίας και τα πεδία των παρεμβάσεων σε μια προσπάθεια κατανόησης το πως λειτουργεί το ιδεολογία της ανισότητας, στη φτώχεια.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Λέκτορας, Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία , Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, nikospanagiotou@gmail.com

«Aπό τις διαδηλώσεις στον ακτιβισμό του διαδικτύου: Η μετάλλαξη των μορφών πολιτικής διαμαρτυρίας  την περίοδο 1975-2010»
Στόχος της συγκεκριμένης ανακοίνωσης είναι να καταγράψει και να αναδείξει τους μετασχηματισμούς της δημόσιας σφαίρας της ελληνικής κοινωνίας από τη μεταπολίτευση μέχρι και σήμερα, μέσω της εξέτασης των αλλαγών που σημειώθηκαν στις μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας την περίοδο αυτή. Οι μαζικές διαδηλώσεις τις δεκαετίες 1980 και 1990, ενισχύονται ή δίνουν την θέση τους στον ακτιβισμό του Διαδικτύου. Η άνοδος της χρήσης του τελευταίου οδήγησε σε προσδοκίες για περαιτέρω εκδημοκρατισμό της πολιτικής διαδικασίας, καθώς ανέδειξε στην επιφάνεια νέες μορφές δημοσιότητας και αλληλεπίδρασης. Η δυνατότητα της δικτύωσης (networking effect) που προσφέρει το Διαδίκτυο ως χώρος συνάρθρωσης και άμεσης ανταλλαγής απόψεων (Castells2005) λειτουργεί καταλυτικά στην οργάνωση και έκφραση κινημάτων διαμαρτυρίας. Η αλλαγή αυτή συνιστά μεταβολή η οποία αντικατοπτρίζει τις αντίστοιχες αλλαγές στην Ελληνική Κοινωνία στο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό κλπ πεδίο και ιδιαίτερα στην πολιτική συμμετοχή και διαμαρτυρία.
Για την ανάλυση μας, θα χρησιμοποιήσουμε την προσέγγιση του Habermas περί στρατηγικής και επικοινωνιακής πράξης, προκειμένου να αποτυπώσουμε αλλά και να ερμηνεύσουμε τις αλλαγές αυτές μέσα από τις αντίστοιχες εξελίξεις στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό πεδίο της ελληνικής κοινωνίας.
Τα ερωτήματα που θα εξεταστούν στα πλαίσια της εργασίας αφορούν:
-Κατά πόσο οι αλλαγές αυτές συνιστούν επαναπροσδιορισμό των ορίων του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου στην ελληνική κοινωνία τις δεκαετίες αυτές;
- Οι αλλαγές αυτές συνδέονται με αντίστοιχες εξελίξεις στο πεδίο της πολιτικής συμμετοχής (μη διαμεσολαβούμενη σχέση στην πολιτική (Hall, 2001)
- Σηματοδοτούν οι αλλαγές αυτές, αντίστοιχες μεταβολές στις πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές και ιδιαίτερα στους τρόπους πολιτικής συμμετοχής;
- Οι αλλαγές αυτές συμβάλλουν στην περαιτέρω διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής ή όπως αναφέρει ο Gladwell(2010) οι μορφές αυτές (κοινωνικά δίκτυα, διαδικτυακός ακτιβισμός) δεν προωθούν τη συνειδητοποιημένη συλλογική στράτευση
- Συνιστούν μια μετάβαση σε ένα νέο επικοινωνιακό μοντέλο δημοκρατίας?
Μέσω της κατάδειξης της εξέλιξης των μορφών πολιτικής διαμαρτυρίας την περίοδο αυτή, στόχος μας είναι να αποτυπώσουμε τα πεδία αλλόδρασης αλλά και τους μετασχηματισμούς του δημόσιους χώρου τις δεκαετίες από το 1975 μέχρι και σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στις αλλαγές που σημειώνονται στην πολιτική έκφραση και συμμετοχή.
 

ΠΑΠΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛΥΞΕΝΗ, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, polyxenegr@yahoo.com

«Κοινωνιολογική έρευνα ασθενών στο μυοσκελετικό ογκολογικό κέντρο του πανεπιστημίου Αθηνών, πανεπιστημιακό γενικό νοσοκομείο ‘Αττικόν’»  
Η παρούσα κοινωνιολογική έρευνα διεξήχθη με ασθενείς, με κακοήθη μυοσκελετικά νεοπλάσματα, με παροχή συνοδευτικών υποστηρικτικών υπηρεσιών, ψυχοκοινωνική υποστήριξη, έρευνα και παρατήρηση διά της συμμετοχής, από την εισαγωγή τους στο Νοσοκομείο, την χειρουργική επέμβαση, μέχρι τον χώρο νοσηλεία τους στους θαλάμους, παρακολούθηση και αξιολόγηση της εξελικτικής πορείας των ασθενών, που υποβάλλονται σε ειδικό πρόγραμμα θεραπείας.
Μεθοδολογικό εργαλείο της έρευνας υπήρξε το ερωτηματολόγιο και η ποιοτική ανάλυση του περιεχομένου καθώς και οι εκτιμήσεις των ατομικών ιστορικών των παθήσεων και η καταγραφή της εμπειρίας του ασθενούς και της φιλοσοφίας του. Από την διάγνωση της νόσου, από τον διευθύνοντα καθηγητή, επικουρούμενος από την διεπιστημονική ογκολογική ομάδα, μέχρι τις επεμβάσεις διάσωσης μελών. Η έρευνα στοχεύει στην ανίχνευση και στην αναζήτηση των αιτιών εμφάνισης της νόσου (πολυπαραγοντικού χαρακτήρα), στην βάση της αλληλεπίδρασής της με το κοινωνικό περιβάλλον και στην διερεύνηση των κοινωνικών επιπτώσεων στην ζωή των ίδιων και των οικογενειών τους. Καταβάλλονται προσπάθειες να μείνει ο ασθενής εν ζωή, με ποιότητα ζωής.
Από την νόσο στην θεραπεία. Η ασθένεια προκαλεί κρίσεις και στιγμές αποδιοργάνωσης για τους ίδιους και τους φροντιστές. Η υγεία του ατόμου είναι η συνάρτηση της γενετικής του δομής και των επιδράσεων του περιβάλλοντος. Οι μελέτες αυτές περίπτωσης λειτουργούν επαγωγικά, για το σύνολο των ογκολογικών ασθενών.

 

ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΗ, Επικ. Καθηγήτρια, Τμήμα Θεολογίας, Α.Π.Θ., nipap@theo.auth.gr

«Οι Σιχ μετανάστες στην Ελλάδα: Θρησκευτική ζωή και προοπτικές ένταξης στο νέο περιβάλλον»
 Στο τέλος του εικοστού αιώνα, η λειτουργία ενός συνδυασμού εξωγενών και ενδογενών παραγόντων μετέτρεψαν την Ελλάδα από χώρα εξαγωγής σε χώρα εισαγωγής μεταναστών. Στο πλαίσιο αυτής της μετατροπής ένας σημαντικός για τα δεδομένα της Ελλάδας μεταναστευτικός πληθυσμός ποικίλης προέλευσης ιδιαίτερα από τα Βαλκάνια και τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και από τις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας και της Αφρικής, εγκαθίσταται στην Ελλάδα αναζητώντας μια θέση στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Μεταξύ αυτών των μεταναστών, οι Ινδοί μετανάστες, στην πλειοψηφία τους Σιχ, συμβάλλουν με την επίμοχθη εργασία τους και τη διακριτική τους παρουσία στην ανάπτυξη της αγροτικής -κατά κύριο λόγο- οικονομίας της Ελλάδας.
 Η εγκατάσταση των Σιχ στην Ελλάδα συνδέεται με την οργάνωση της συλλογικής και κοινοτικής τους ζωής. Κύρια έκφραση αυτής της οργάνωσης αποτελούν οι θρησκευτικές λατρευτικές δομές, οι γκουρντουάρας μέσα από τις οποίες διατηρούν και αναπαράγουν όχι μόνο τη θρησκευτική αλλά και την εθνο-πολιτιστική τους ταυτότητα. Στην εισήγηση αυτή, έχοντας ως πεδίο έρευνας τη γκουρντουάρα του Ταύρου, θα επικεντρωθούμε στη διερεύνηση του ρόλου που παίζει η οργάνωση και λειτουργία της θρησκευτικής ζωής στη μεταναστευτική εμπειρία των Σιχ μεταναστών. Η διατήρηση της θρησκευτικής τους ζωής συμβάλλει δημιουργικά στην ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία ή αναπαράγει στατικά την ιδιαίτερη ξεχωριστή τους ταυτότητα; Δεδομένου του σχεδόν ομοιόμορφου πολιτισμικού και θρησκευτικού τοπίου της Ελλάδας, η θρησκεία των Σιχ μεταναστών οδηγεί στην «αναγνώριση» μιας θρησκευτικής πολλαπλότητας ή απλώς συντηρεί το υπάρχον πολιτισμικό και θρησκευτικό τοπίο;
 

ΠΑΠΑΔΟΥΚΑ ΜΑΡΙΑ ΕΙΡΗΝΗ, Υπ. Διδάκτωρ, Πάντειο Πανεπιστήμιο, mpapadouka@yahoo.com

«Οικονομική κρίση και αλλαγές στο τοπίο διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών ουσιών»

Στοιχεία του Εθνικού κέντρου Τεκμηρίωσης και Πρόληψης για τα Ναρκωτικά (ΕΚΤΕΠΝ) αναφέρουν ότι παρόλο που ο αριθμός των επιβεβαιωμένων με τοξικολογικές εξετάσεις θανάτων από ναρκωτικά μειώνεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός των προβληματικών χρηστών ολοένα και αυξάνει( σελ 81-133, ετήσια έκθεση ΕΚΤΕΠΝ 2010).  Ένα από τα βασικά αίτια των αλλαγών αυτών όπως διαμορφώνονται, αποτελεί η συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της χώρας.
Οι αλλαγές στην οικονομικό τομέα επιφέρουν ποσοτικές και ποιοτικές αλλαγές στο επίπεδο της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών - γεγονός το οποίο με τη σειρά του μορφοποιεί και την ταυτότητα του εκάστοτε χρήστη. Νέες συνθετικές ουσίες με ακόμη πιο δραστικά αρνητικά αποτελέσματα στην υγεία εμφανίζονται εξαιτίας των χαμηλών τιμών τους, και αλλαγές παρατηρούνται στη ζήτηση τόσο των απαγορευμένων όσο και των νομίμων ναρκωτικών ουσιών. Από την άλλη πλευρά η συναισθηματική κατάρρευση και η κατάθλιψη ως αποτέλεσμα των δυσμενών οικονομικών αλλαγών σπρώχνει ολοένα και περισσότερους ανθρώπους στην χρήση ουσιών η οποία μπορεί να ξεκινά με αντικαταθλιπτικά χάπια και αλκοόλ αλλά το σύνηθες αποτέλεσμα είναι αδιέξοδο είτε παραμείνουν στις ουσίες αυτές είτε προχωρήσουν σε κάτι περισσότερο. Την ίδια στιγμή αλλαγές παρατηρούνται και στην (α)προθυμία των χρηστών να ενταχθούν σε θεραπευτικά προγράμματα ή να τα ολοκληρώσουν καθώς η έλλειψη κινήτρων αποτελεί πρόβλημα το οποίο διαμορφώνεται επίσης από την κοινωνική και οικονομική κατάσταση.
Όλα τα παραπάνω ως απόρροια ενός κοινωνικο - οικονομικού συστήματος που συνεχώς καταρρέει έρχεται η παρούσα εργασία να παρουσιάσει. Χρησιμοποιώντας στοιχεία από προηγούμενες μελέτες, έρευνες και βιβλία και ακολουθώντας το μονοπάτι της δευτερογενούς ανάλυσης εξαιτίας της περιορισμένης χρονικά πλατφόρμας πληροφοριών, γίνεται μια προσπάθεια προσέγγισης του θέματος το οποίο εμφανίζει επιτακτική ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης.
 

ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΝΤΙΓΟΝΗ-ΆΛΜΠΑ, Διδάσκουσα, Τμήμα Φ.Π.Ψ, Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,
albapap@hotmail.com

«Οι αναπαραστάσεις των φοιτητών της φιλοσοφικής σχολής για τον εκπαιδευτικό: Αυθεντία ή δρών υποκείμενο;»
Η εργασία αυτή έχει σαν στόχο τη μελέτη και κατανόηση των αναπαραστάσεων των φοιτητών της φιλοσοφικής σχολής αναφορικά με τη στάση, την έκφραση και το ρόλο του εκπαιδευτικού μέσα στο σχολικό περιβάλλον. Χρησιμοποιώντας σαν εργαλείο την έννοια της αναπαράστασης, έννοια σαφώς προσδιορισμένη, επεξηγημένη και περιγεγραμμένη, επιδιώξαμε να καταγράψουμε και να κατανοήσουμε τα περιθώρια δράσης και τα όρια έκφρασης της προσωπικότητας, που θέτουν οι φοιτητές στο πρόσωπο του εκπαιδευτικού της δευτεροβάθμιας. Στο θεωρητικό μας υπόβαθρο βρίσκονται, από τη μία πλευρά, οι παραδοσιακές παιδαγωγικές θεωρίες, οι οποίες τοποθετούν τον εκπαιδευτικό πάνω και έξω από την παιδαγωγική σχέση, αποδίδοντάς του χαρακτηριστικά αυθεντίας και εξουσίας. Σ’ αυτές αντιδιαστέλλουμε τις σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις, που αντιμετωπίζουν τον εκπαιδευτικό ως δρών υποκείμενο, ως φορέα των εμπειριών του, ως μέλος της παιδαγωγικής σχέσης και ως αυτόνομη μονάδα μέσα σε ένα σύνθετο σχολικό μηχανισμό.
Η έρευνά μας πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και συμμετείχαν φοιτητές του τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας και του τμήματος Φιλολογίας. Συγκεντρώσαμε 203 ερωτηματολόγια στα οποία οι φοιτητές είχαν δώσει ανώνυμα την ανοιχτή απάντηση και κριτική τους σε μια κατάσταση που τους είχε περιγραφεί. Στη συνέχεια, διενεργήσαμε θεματική και λεκτική ανάλυση περιεχομένου των γραπτών απαντήσεων.
Σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα, οι αναπαραστάσεις των φοιτητών των δύο σχολών αναφορικά με το ρόλο και τη θέση του εκπαιδευτικού της δευτεροβάθμιας δεν παρουσιάζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις. Όπως καταδεικνύεται, οι περισσότεροι φοιτητές αποδίδουν στον εκπαιδευτικό ένα συντηρητικό και περιορισμένο πλαίσιο δράσης και προσωπικής έκφρασης στο σχολικό περιβάλλον, ενώ ο ρόλος του, ως πρότυπο συμπεριφοράς για τους μαθητές αλλά και την κοινωνία, περιγράφεται με αυστηρά κριτήρια στην πλειονότητα των απαντήσεων.           

 

ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Καθηγητής, Τμήμα Φ.Π.Ψ, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 «Οι κοινωνικές λειτουργίες του Νεοελληνικού Σχολείου και η χίμαιρα του εκδημοκρατισμού (1975-2010)».
    Η δομική ανάπτυξη και η δυναμική εξέλιξη του εκπαιδευτικού συστήματος οδήγησε κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο στην καθιέρωση ενός τυπικά αστικού (καπιταλιστικού) σχολείου που διανύει μονίμως αλλεπάλληλες μεταρρυθμιστικές περιόδους. Οι συνεχείς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις φαίνεται ότι κινούνται σταθερά στους παραδοσιακούς άξονες του εκσυγχρονισμού και του εκδημοκρατισμού που “χρωματίζονται” ανάλογα με την ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική. Είναι επόμενο συνεπώς οι αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις να προσδιορίζουν, καθοριστικά, τις κοινωνικές λειτουργίες του σημερινού σχολείου δηλ. τόσο την κατανομή (distribution) γνώσεων, κατατάξεων, ιεραρχήσεων και εντέλει τίτλων και διακρίσεων όσο και τη νομιμοποίηση (legitimation) των επιτελούμενων επιλεκτικών διαδικασιών και πρακτικών.     Παραμερίζοντας αλλά όχι αγνοώντας τις πολιτικές παραμέτρους, η εισήγηση αυτή επιχειρεί να τεκμηριώσει με κριτική ανάλυση θεσμικών κειμένων αλλά και με πρωτογενή εμπειρικά στοιχεία ότι το εκπαιδευτικό σύστημα διατελεί σε αποδιάρθρωση καθώς αδυνατεί να επιτελέσει το κοινωνικό του έργο.
Προσπερνώντας, μάλιστα, μακροαναλυτικά δεδομένα, όπως καταγράφονται σε διεθνείς συγκρίσεις που αφορούν στην αποτελεσματικότητα και ποιότητα της εκπαίδευσης, η εισήγηση στοχεύει στην ανάδειξη του κοινωνικά άνισου και συνεπώς άδικου χαρακτήρα της λειτουργίας του σημερινού σχολείου, που, ενώ δεν έχει γίνει πιο δημοκρατικό, γίνεται έρμαιο της κοινωνικής δυναμικής και εντέλει όλων εκείνων των παραμέτρων που ορίζουν σήμερα την “αγορά”. Από την παράθεση των στοιχείων προκύπτει ότι ο εκδημοκρατισμός με συγκεκριμένα μέτρα προνοιακού χαρακτήρα (αξιολόγηση, αντιστάθμιση, “διευκολύνσεις” κ.ά.) “καλά κρατεί” αποτυπώνοντας την εικονικότητα και την τυπική του επικράτηση, ενώ η ιδεολογία κυριαρχεί συγκαλύπτοντας τον παραπλανητικό και αναποτελεσματικό δηλ. τον ουσιαστικά επιλεκτικό και κοινωνικά άδικο τρόπο λειτουργίας του νεοελληνικού σχολείου.
 

 

ΠΑΣΧΟΥ ΜΑΡΙΑ, Υπ. Διδάκτωρ Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ, mpashou7@hotmail.com


«Βιωσιμότητα και η κατασκευή πράσινης γνώσης στην αρχιτεκτονική»

 Οι σύγχρονες ενεργειακές και κλιματολογικές πιέσεις για την ανάπτυξη περιβαλλοντικής πολιτικής, την προώθηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας και περιβαλλοντικά φιλικών τεχνολογιών, συνοδεύονται από επιστημολογικές πιέσεις για την υιοθέτηση της έννοιας της βιωσιμότητας και των αρχών του περιβαλλοντισμού στους περισσότερους επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους. Αντλώντας από  τον κλάδο της αρχιτεκτονικής, η παρούσα μελέτη εξετάζει τον τρόπο διαμόρφωσης ‘πράσινης’ γνώσης που οδηγεί σε αυτό που ονομάζουμε βιώσιμο και βιοκλιματικό σχεδιασμό και που σήμερα αποτελεί μια από τις δημοφιλέστερες τάσεις στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό.
Μέσα από κριτική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και συσχέτιση της ελληνικής περίπτωσης με παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία, διερευνάται το περιεχόμενο και ο τρόπος νοηματοδότησης του βιώσιμου σχεδιασμού. Διαπιστώνεται ότι ο βιώσιμος σχεδιασμός χαρακτηρίζεται από ερμηνευτική ευελιξία και προσδιορίζεται από το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο εφαρμογής του. Πράγματι, όπως πρόσφατες έρευνες μαρτυρούν, ο βιώσιμος σχεδιασμός μπορεί να πάρει διαφορετικές διαστάσεις σε διαφορετικά πλαίσια, αλλού ανταποκρινόμενος περισσότερο στα κριτήρια της πράσινης επιχειρηματικότητας κι αλλού στα κριτήρια που ορίζει μια κριτική οικολογική προσέγγιση.
Η διαπίστωση αυτή μεταθέτει το ενδιαφέρον από τη διερεύνηση καθολικών αρχών και κριτηρίων αξιολόγησης βιώσιμου σχεδιασμού στην αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο αναδεικνύονται στόχοι, προτεραιότητες και καλές πρακτικές. Για να γίνει αυτό κατανοητό, δεν αρκεί η γνώση  των συνιστωσών του πλαισίου και η μελέτη του λόγου που κάθε μία μεμονωμένα παράγει, αλλά και η διερεύνηση του συσχετισμού αυτών. Ο ‘πράσινος’ αρχιτεκτονικός σχεδιασμός προκύπτει από το συνδυασμό των διαθέσιμων τεχνολογικών επιλογών και οικονομικών κριτηρίων καθώς και μέσα από την αλληλεπίδραση του αρχιτέκτονα με άλλες ειδικότητες και με θεσμικά και εξω-θεσμικά όργανα και μηχανισμούς που διαμορφώνουν περιορισμούς, κίνητρα και προοπτικές. Διαπιστώνεται, τέλος, ότι οι επιδράσεις των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων και οι ανταλλαγές γνωσιακού κεφαλαίου μεταξύ ακαδημαϊκών, επαγγελματιών και ακτιβιστών παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αυτή.    
 

 

ΠΑΤΡΩΝΑ ΜΑΡΙΑΝΝΑ, Επίκ. Καθηγήτρια, ΣΣΕ, mpatrona@ath.forthnet.gr


Δημοσιογράφος ή αναλυτής; Ο δημοσιογραφικός λόγος στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ιδιωτικής τηλεόρασης»

Το έτος 2004 σήμανε μία σημαντική καινοτομία στην παρουσίαση του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της Ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης. Η έως τότε ‘μονολογική’ παρουσίαση των ειδήσεων έδωσε τη θέση της σε ένα διαλογικό σχήμα με τη συμμετοχή πολλαπλών ομιλητών. Βασισμένη στο μεθοδολογικό πλαίσιο της Ανάλυσης Συνομιλίας (Conversation Analysis) και Ανάλυσης Λόγου (Discourse Analysis), η παρούσα ανακοίνωση επικεντρώνεται σε δύο επιμέρους είδη ειδησεογραφικής συνέντευξης, την Συνέντευξη Αναζήτησης Ευθύνης (Accountability Interview), και τη Δομημένη Ομαδική Συζήτηση (Structured Panel Discussion).
Θα καταδειχθεί ότι και στις δύο αυτές παραλλαγές, οι δημοσιογράφοι κατέχουν κεντρική θέση ως ένθερμοι υποστηρικτές απόψεων. Κι αυτό, διότι, είτε έμμεσα (μέσω αναφορών σε τρίτο πρόσωπο), είτε άμεσα (μέσω απευθείας αντιπαράθεσης) απευθύνουν οξεία κριτική και υποβαθμίζουν την αξιοπιστία των πολιτικών προσώπων, ενώ ταυτόχρονα εκφέρουν ερμηνείες κύρους για την πολιτική επικαιρότητα. Έτσι, συγκροτούν τον επαγγελματική τους αποστολή ως μία πρωτίστως ερμηνευτική και επιχειρηματολογική δραστηριότητα, επαναπροσδιορίζοντας τους όρους της ειδησεογραφικής δημοσιογραφίας.
Το συμπέρασμα αυτό έρχεται σε αντίθεση με βασικά ευρήματα της Αγγλο-αμερικανικής βιβλιογραφίας, σύμφωνα με τα οποία, αν και, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν επικοινωνιακές τεχνικές σταδιακά αυξημένης αντιπαλότητας προς τους πολιτικούς, εντούτοις σχεδιάζουν κατάλληλα το λόγο τους ώστε να διασφαλίζουν μία δημόσια εικόνα αμεροληψίας, υιοθετώντας μία στάση επίσημης ουδετερότητας (neutralism).
 

ΠΑΤΣΑΝΤΑΡΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Επικ. Καθηγητής, Τμήμα Τ.Ε.Φ.Α.Α., ΕΚΠΑ, npatsant@phed.uoa.gr


«Η αθλητική-αγωνιστική δράση και επικοινωνία μεταξύ προσαρμογής και απόκλισης. Το φαινόμενο της φαρμακοδιέγερσης (doping) στον ελληνικό αθλητισμό επιδόσεων»

Η χρήση απαγορευμένων ουσιών αποτελεί εδώ και τρεις δεκαετίες τουλάχιστον, αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο του αθλητισμού των υψηλών επιδόσεων στην Ελλάδα. Έτσι από άλλοτε ’’μεμονωμένο περιστατικό’’ μετασχηματίστηκε σε συνυπολογιζόμενη περίπτωση, ακριβώς επειδή δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Το ‘‘θαύμα‘‘ που συντελέστηκε τις δυο τελευταίες δεκαετίες στον ελληνικό αθλητισμό όπως δείχνουν τα πολλαπλά σκάνδαλα ήταν πλασματικό.  
Ωστόσο ως διαδικασία η χρήση απαγορευμένων ουσιών δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να εκτιμηθεί ως ένα απροσδόκητα  συμπτωματικό, απροσδόκητα τυχαίο γεγονός, μια απρόσμενη ηθική απόκλιση, αλλά ως ένα φυσικό επακόλουθο της συγκεκριμένης εξελικτικής πορείας του αθλητισμού των υψηλών επιδόσεων. Κεντρικές κοινωνικές-ηθικές αξίες οι οποίες τουλάχιστον μέχρι σήμερα αναδεικνύουν την αθλητική επίδοση σε ‘‘πολιτισμικό αγαθό‘‘,  γίνονται πλέον αντιληπτές ως ανασταλτικοί παράγοντες προσέγγισης λειτουργικών-επικοινωνιακών στόχων. Στο πλαίσιο αυτής της ‘‘παραδοξότητας‘‘ υπέστησαν νοηματική διάβρωση και διαλύονται βαθμηδόν σήμερα τα ‘παραδοσιακά’ αθλητικά πρότυπα. Το σημαντικό πλέον είναι να εκπληρώνονται δια της αθλητικής επίδοσης, απλά και μόνο λειτουργικοί -επικοινωνιακοί στόχοι. Σήμερα, ακόμα και τα τυπικά συστήματα διάδρασης του αθλητισμού των επιδόσεων, όπως για παράδειγμα η προπόνηση και ο αγώνας, μολονότι σαφέστατα και φανερά μπαίνουν στις διαδικασίες αυτές φυσιο-οργανικοί παράμετροι, λειτουργούν ουσιαστικά στη βάση επικοινωνιακών στόχων.
Στις λειτουργικές αυτές προοπτικές του αγωνιστικού αθλητισμού η διαδικασία της φαρμακοδιέγερσης, το Doping, ενισχυμένη ουσιαστικά από την ‘‘επικοινωνιακή λογική‘‘ του ‘‘συστήματος Πρωταθλητισμός‘‘, εμφανίζεται ως μέσον, ως διαδικασία αναστολής μίας επικείμενης δυσλειτουργίας του συστήματος όσον αφορά τις επιδόσεις του, οι οποίες και λειτουργούν καταλυτικά για την πραγμάτωση των επικοινωνιακών στόχων που τις περισσότερες φορές σχετίζονται με ζητήματα πέραν του αθλητισμού. Η χρήση όμως αυτού του μέσου γίνεται ταυτόχρονα αντιληπτή ως παράγοντας ο οποίος ωθεί την αθλητική δράση και επικοινωνία σε απόκλιση από τις εν ισχύ μέχρι σήμερα, ‘‘κοινωνικές-ηθικές‘‘ αξίες που την χαρακτηρίζουν, αλλά και την καθιστούν σε πολύ-λειτουργικά εκμεταλλεύσιμο προϊόν.
Η ελληνική πολιτεία επιδιώκει να λύσει το σοβαρό αυτό πρόβλημα δια της περαιτέρω εκλογίκευσης της αθλητικής δραστηριότητας, μάλιστα δια της ‘‘ποινικοποίησής‘‘ της.  Υπάρχει  στο πλαίσιο αυτό προοπτική επίλυσης αυτού του σημαντικού για τον ελληνικό αθλητισμό ζητήματος;  Ή μήπως για την κατανόηση του προβλήματος οφείλουμε να αναλύσουμε την ’’εσωτερική λογική’’ και τους λειτουργικούς τρόπους εκείνων των κοινωνικών μηχανισμών οι οποίοι εμπλέκονται στον πρωταθλητισμό και υποκινούν δομικά την διεύρυνση της χρήσης απαγορευμένων ουσιών;
 

ΠΕΝΤΑΡΑΚΗ ΜΑΡΙΑ, Επίκ. Καθηγήτρια, Τμήμα Social Work Policy & Criminology, Liverpool Hope University
ΣΙΑΚΑΒΕΛΛΑ ΕΛΕΝΗ, ΠΜΣ, Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, elenisiak@yahoo.gr

 «Η βία που υφίστανται οι νόμιμα εκδιδόμενες γυναίκες»

Διεθνώς η πορνεία εντάσσεται στην ευρύτερη προβληματική της βίας κατά των γυναικών και για το λόγο αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικών θεωρητικών και εμπειρικών προσεγγίσεων την τελευταία εικοσαετία από σημαντικό αριθμό διεθνών ερευνητών/τριών (Farley, Lunne & Kotton, 2005). Πολλαπλές επιστημονικές προσεγγίσεις επιχειρούν να διερευνήσουν τις αιτίες εισόδου των γυναικών στην πορνεία.
Η ερμηνευτική προσέγγιση του φαινομένου της πορνείας αντανακλά μια θεωρητική διαμάχη του φεμινιστικού κινήματος που περιλαμβάνει δύο κυρίαρχες αντικρουόμενες προσεγγίσεις. Σύμφωνα με την πρώτη προσέγγιση η πορνεία για τις εκδιδόμενες γυναίκες είναι «ελεύθερη επιλογή» και αποτελεί ένα είδος εργασίας (O’ Neil, 2001). Με βάση αυτήν την προσέγγιση οι εκδιδόμενες γυναίκες παρουσιάζονται ως εργάτριες του σεξ. Οι οικονομικές συνθήκες στην καπιταλιστική αγορά εργασίας οδηγούν τις γυναίκες στην επιλογή της πορνείας ως οικονομικής δραστηριότητας, ωθούμενες από την ανάγκη για οικονομική στήριξη του εαυτού τους (Schotten, 1997). Σύμφωνα με την δεύτερη προσέγγιση, η πορνεία αποτελεί μία μορφή βίας κατά των γυναικών (Jeffries, 1997). Για τις γυναίκες η πορνεία δεν είναι ελεύθερη επιλογή, αλλά είναι μία μορφή προσωπικής δουλείας. Πρέπει επίσης να γίνει αντιληπτή υπό την οπτική του σεξουαλικού στίγματος και της περιθωριοποίησης (Schotten, 1997).
Στην παρούσα μελέτη η οποία εντάσσεται στα πλαίσια της φεμινιστικής κοινωνικής εργασίας, τασσόμαστε υπέρ της άποψης της πορνείας ως μία μορφή βίας κατά των γυναικών θεωρώντας ότι αυτή η προσέγγιση εξετάζει την πορνεία ως κοινωνικό φαινόμενο, λαμβάνοντας υπόψη το ευρύτερο κοινωνικό σύστημα της πατριαρχίας και του καπιταλισμού και ως εκ τούτου προσπαθώντας να αναλύσει τα κοινωνικά αίτια που «οδηγούν» τις γυναίκες στην πορνεία.
Στο πρώτο μέρος της μελέτης θα παρουσιαστούν οι διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις και στη συνέχεια θα παρουσιαστούν τα πορίσματα μίας ποιοτικής έρευνας, η οποία είναι η πρώτη στο είδος της μελέτη στην Ελλάδα που επιχειρεί να διερευνήσει μέσω ημι-δομημένων συνεντεύξεων βάθους, τη βία που υφίστανται από τους πελάτες τους 21 γυναίκες με πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος επ’ αμοιβή εκδιδομένων προσώπων, καθώς και τη βία που είχαν υποστεί κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας από μέλη της οικογένειας τους.
 

ΠΕΤΟΥΣΗ-ΝΤΟΥΛΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Επίκ. Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο  Κρήτης,  petousi@social.soc.uoc.gr

«Ρυθμίζοντας τη διαφορά με ισότητα: Κριτική προσέγγιση στην έννοια του δικαιϊκού προσώπου με αφορμή τη νομοθετική ρύθμιση της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στην Ελλάδα»

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι ραγδαία εξελισσόμενες βιοτεχνολογικές και βιοιατρικές εφαρμογές ανέπτυξαν και εμπέδωσαν την πραγματικότητα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.  Εν μέσω έντονων αντιπαραθέσεων ως προς τη σημασία, τις συνέπειες και τις επιπτώσεις των σχετικών τεχνικών (‘πανάκεια στην αντιμετώπιση της υπογονιμότητας’, ‘τεχνολογική απάντηση στο στίγμα και την πραγματικότητα της ατεκνίας’, ‘επέμβαση στη φύση’, ‘υποδούλωση των γυναικών στον αναπαραγωγικό ρόλο’) η αυξανόμενη προσφυγή σε μεθόδους ιατρικής υποβοήθησης της ανθρώπινης αναπαραγωγής (ΙΥΑ) κατέστησε αναγκαία τη νομοθετική ρύθμιση πλήθους σχετικών ζητημάτων.  
Το πρόταγμα της δικαιϊκής ρύθμισης με βάση την αρχή της ισότητας, στην περίπτωση της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής όφειλε να εφαρμοστεί στην κατ’ εξοχήν διαφοροποιητική συνθήκη τόσο σε επίπεδο φυσιολογίας όσο και σε επίπεδο κοινωνικο-πολιτικής οργάνωσης, την ανθρώπινη αναπαραγωγή.   Υπόρρητα, ωστόσο, (ενίοτε και ρητά) οι όποιες δικαιϊκές, ισονομικές και άλλες ρυθμίσεις στηρίζονται και αφορούν κατά κύριο λόγο κανονιστικές κατασκευές για το πρόσωπο του δικαίου, το δικαιϊκό πρόσωπο.  Αλλιώς, για τα έμφυλα, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και άλλα χαρακτηριστικά του προσώπου εκείνου το οποίο κατ’ αρχήν αφορά η συγκεκριμένη ρύθμιση.  Το πώς όμως το δίκαιο κατανοεί το πρόσωπο ‘περί ού’ ρυθμίζει έχει σημαντικότατες συνέπειες για το περιεχόμενο και την ερμηνεία των δικαιϊκών ρυθμίσεων αλλά και τις συνέπειες που αυτές επιφέρουν σε πρακτικό, εννοιολογικό, κανονιστικό επίπεδο, σε επίπεδο κατασκευής της πραγματικότητας και της βιωμένης εμπειρίας.   
Η παρούσα εργασία θα εστιάσει στην κατασκευή και την κατανόηση του δικαιϊκού προσώπου αναλύοντας κριτικά επιλεγμένες ρυθμίσεις του ελληνικού νομοθετικού πλαισίου για την ανθρώπινη αναπαραγωγή προκειμένου να αναδείξει τα χαρακτηριστικά του προσώπου που έχει κατά νου ο νομοθέτης καθώς και τα κανονιστικά πρότυπα τα οποία οι νομοθετικές ρυθμίσεις αναπαράγουν και επιβάλλουν.   

 

ΠΕΤΟΥΣΗ-ΝΤΟΥΛΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Επ. Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,  petousi@social.soc.uoc.gr
ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ, ΝΕΚΤΑΡΙΑ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, nenia2@yahoo.gr
ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΜΑΡΙΝΑ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, papmarina@social.soc.uoc.gr

«Κοινωνικές και αξιακές συνισταμένες της αποδοχής/απόρριψης των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων: Αποτελέσματα έρευνας σε δείγμα φοιτητών/φοιτητριών ελληνικών πανεπιστημίων»
Πλήθος ζητημάτων που σχετίζονται με τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα (ΓΤΤ) και αφορούν για παράδειγμα την υγεία, το περιβάλλον, την οικονομία, τη γεωργική παραγωγή αποτελούν αντικείμενο έντονου προβληματισμού και διαμάχης για περίπου 2 δεκαετίες. Παράλληλα, εμπειρικές έρευνες και δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν διαφοροποιήσεις στις στάσεις πολιτών διαφόρων κρατών ως προς την παραγωγή και την κατανάλωση ΓΤΤ.  Για παράδειγμα, τα ΓΤΤ φαίνεται να τυγχάνουν μεγαλύτερης και ευρύτερης αποδοχής μεταξύ Αμερικανών πολιτών ενώ αντίθετα μεταξύ των πολιτών Ευρωπαϊκών κρατών η άρνηση και απόρριψη των ΓΤΤ είναι ευρεία, έντονη και βαίνει αύξουσα.  
Ως παράγοντες που επηρεάζουν τη στάση του κοινού έναντι των ΓΤΤ η διεθνής βιβλιογραφία και έρευνα αναφέρει την αντίληψη για το ‘ρίσκο’ και το ‘όφελος’ των βιοτεχνολογικών εφαρμογών, το επίπεδο γνώσης για τη βιοτεχνολογία και τα ΓΤΤ ειδικότερα, δημογραφικά χαρακτηριστικά, εμπιστοσύνη σε θεσμικούς φορείς και ελεγκτικούς μηχανισμούς καθώς και κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες (λ.χ. πολιτισμική αξία του φαγητού). Στην Ελλάδα, η σχετική γνώση τείνει να στηρίζεται σε ευρήματα δημοσκοπήσεων (π.χ. Ευροβαρόμετρο) ενώ η σχετική εμπειρική έρευνα είναι περιορισμένη. Πρόσφατες διεθνείς έρευνες που εστιάζουν συγκεκριμένα σε δείγματα φοιτητών αναδεικνύουν ως σημαντικούς παράγοντες διαμόρφωσης της στάσης τους έναντι των ΓΤΤ το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών τους καθώς επίσης τα ευρύτερα αξιακά πρότυπα στα οποία προσυπογράφουν.
Σκοπός της συγκεκριμένης εργασίας είναι η διερεύνηση της στάσης φοιτητών/τριών ελληνικών πανεπιστημίων έναντι της χρήσης ΓΤΤ.   Η σχετική διερεύνηση γίνεται με βάση το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων στην έρευνα καθώς και το αξιακό σύστημα αναφορών τους ως προς τη σχέση ‘φύσης’-επιστήμης-τεχνολογίας και την εμπιστοσύνη τους σε θεσμικούς φορείς και ελεγκτικούς μηχανισμούς.  Τα δεδομένα προέρχονται από έρευνα σε δείγμα 400 περίπου φοιτητών και φοιτητριών που φοιτούν σε διάφορα Τμήματα ελληνικών Πανεπιστημίων και έγινε με τη χρήση δομημένων ερωτηματολογίων με κλειστού τύπου ερωτήσεις (κλίμακα Λίκερτ).  Η ανάλυση έγινε με τη χρήση του στατιστικού πακέτου SPSS.  
 

ΠΕΤΡΑΤΟΥ ΕΙΡΗΝΗ, ΠΜΣ, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, ΕΚΠΑ, eirini.petratou@gmail.com

«Υπερνεωτερική γυναίκα: Όψεις και αναπαραστάσεις στην έντυπη διαφήμιση»

Η υπερνεωτερική γυναίκα προβάλλεται σε ένα μεγάλο εύρος επικοινωνιακών μέσων που μεταδίδουν και αναπαράγουν νοήματα στο ευρύ κοινό.  Ένας από τους διασημότερους τομείς της νεωτερικής εποχής στους οποίους μπορούμε να συναντήσουμε ποικίλες, οπτικά αναπαριστώμενες, εκδοχές της υπερνεωτερικής γυναίκας είναι εκείνος της έντυπης διαφήμισης.
Μέσα από την οπτική επικοινωνία της έντυπης διαφήμισης διακρίνουμε μια πληθώρα σημειολογικών αναφορών σε αισθητικές προτάσεις καθώς και σε κοινωνικούς ρόλους που προβάλλονται και προεκτείνονται στο γυναικείο κοινό.
Στην παρούσα μελέτη αναζητούνται κυρίαρχες όψεις της υπερνεωτερικής γυναίκας όπως αυτές συντάσσονται και επικοινωνούνται μέσω διαφορετικών οπτικών ερεθισμάτων. Συγκεκριμένα, η σημειωτική ανάλυση καθώς και η ανάλυση περιεχομένου έντυπων διαφημίσεων ποικίλων γυναικείων περιοδικών οριοθετεί εκδοχές του γυναικείου προφίλ που η υπερνεωτερική εποχή επιτάσσει να συναντά στους διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής. Τα αποτελέσματα της έρευνας φανερώνουν μερικά από τα στοιχεία της αισθητικής και της συμπεριφοράς που η σύγχρονη γυναίκα καλείται να υιοθετήσει προκειμένου να μπορέσει να ανταπεξέλθει ομαλά στους διαφόρους κοινωνικούς ρόλους που αναλαμβάνει να διαδραματίσει καταφέρνοντας, μάλιστα, πολλές φορές να ξεπεράσει και τα όρια της ίδιας της της φύσης.
 Τελικά, μέσα από τη μελέτη αυτή μπορούμε να δούμε πως μέσα από την εξέταση και ερμηνεία της έντυπης διαφήμισης μπορούμε να διακρίνουμε και να αναλύσουμε ποικίλα ζητήματα που αφορούν τόσο τα πρότυπα και στερεότυπα που επιβιώνουν μέσα σε μια κοινωνία, σε ένα συλλογικό επίπεδο, όσο και τα θέματα που σχετίζονται με την ταυτότητα και τη συμπεριφορά, σε ένα, περισσότερο, ατομικό επίπεδο.

 

ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ, Λέκτορας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,
petrope@social.soc.uoc.gr

«Φτώχεια και περιβαλλοντική υποβάθμιση: Η περίπτωση μιας αγροτικής περιοχής στη νότια Κρήτη.»

Η εργασία αυτή εξετάζει την υπόθεση της φτώχειας ως κύρια αιτία υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος. Βασίζεται σε δεδομένα εκτεταμένης έρευνας πεδίου σε μια πεδινή περιοχή της Νότιας Κρήτης προκειμένου να αναπτυχθεί μια τυπολογία αγροτικών νοικοκυριών βασιζόμενη στα περιουσιακά τους στοιχεία (assets) και τις παραγωγικές τους δραστηριότητες (productive activties). Η εξέταση τεσσάρων επιβλαβών για το περιβάλλον πρακτικών διαχείρισης φυσικών πόρων δείχνει πως τα φτωχά αγροτικά νοικοκυριά δεν ευθύνονται άμεσα για την υποβάθμιση του τοπικού αγροτικού περιβάλλοντος.
Η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος ή των φυσικών πόρων φαίνεται να έχει σχέση με το είδος των παραγωγικών δραστηριοτήτων και τον τύπο των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν τα υπό εξέταση αγροτικά νοικοκυριά. Τέλος, η εργασία αυτή προειδοποιεί ότι οι συχνές βιβλιογραφικές αναφορές στην φτώχεια ως κύρια αιτία περιβαλλοντικής υποβάθμισης, εστιάζοντας στα φτωχά και μη φτωχά αγροτικά νοικοκυριά, μπορεί να οδηγήσει σε λαθεμένα ευρήματα και αρνητικές επιπτώσεις για την άσκηση πολιτικής στο πλαίσιο της "κοινωνικής" και "περιβαλλοντικής" πτυχής της αγροτικής πολιτικής

 

ΡΕΘΥΜΝΙΩΤΑΚΗ ΕΛΕΝΗ, Λέκτορας, Τμήμα Ν.Ο.Π.Ε., ΕΚΠΑ, eleret@ath.forthnet.gr

«Οικογένεια και δίκαιο στην Ελλάδα του 21ου αιώνα: Τάσεις εξατομίκευσης και συμβατικοποίησης»
   Στη δεκαετία του ’80 ο εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου επέσπευσε τις αλλαγές του οικογενειακού θεσμού επανατοποθετώντας τις σχέσεις μεταξύ των φύλων και των γενεών σε διαφορετική νομική βάση. Ένα σημαντικό κομμάτι της σχέσης μεταξύ των συζύγων αφέθηκε στη βούληση των μερών και η άσκηση της γονικής μέριμνας απέκτησε γνώμονα, το συμφέρον του τέκνου. Οι οικογενειακές σχέσεις ρυθμίζονταν εκτεταμένα από το δίκαιο αλλά με λιγότερη αυστηρότητα. Το δίκαιο δεν νομιμοποιούσε πλέον απροκάλυπτα την εξουσιαστική διάσταση του γαμήλιου θεσμού. Παράλληλα η οικογένεια τέθηκε υπό την προστασία του κράτους πρόνοιας και κατέστη αντικείμενο κοινωνικών πολιτικών.   
   Στη δεκαετία του ΄90 εμπεδώθηκε η αλλαγή του οικογενειακού θεσμού, κοινή συνισταμένη ισχυρών μετασχηματιστικών τάσεων ήδη από τις προηγούμενες δεκαετίες, όπως π.χ. η έντονη παρουσία των γυναικών στον τριτογενή (δημόσιο και ιδιωτικό) τομέα, η μείωση του μεγέθους της οικογένειας και η ενηλικίωση των γενιών που γεννήθηκαν στα αστικά κέντρα. Διαμορφώθηκε έτσι ένα κυρίαρχο οικογενειακό μοντέλο με διάφορες εκδοχές που ναι μεν δεν αξιοποιούσε στο μέγιστο την εκσυγχρονιστική δυναμική του νέου οικογενειακού δικαίου, αλλά σε πολλά σημεία  εμπνεόταν από τα ιδεώδη του. Επίσης παρά το ότι δεν αναπτύχτηκε ένα πλήρες νομικό πλαίσιο κοινωνικής προστασίας υπήρξαν προνοιακές ρυθμίσεις διατάξεις που νομιμοποιούσαν την δικαιϊκή παρέμβαση στο όνομα της ενδυνάμωσης του οικογενειακού θεσμού.        
   Στη δεκαετία ΄00 η ευρύτερη τάση απορρύθμισης εκδηλώνεται και στο πεδίο των οικογενειακών σχέσεων. Τρεις παράγοντες πιέζουν αθροιστικά για τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου. Πρώτον οι τεχνολογίες της Ιατρικά Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής που εντέλει προκάλεσαν την αναδόμηση των νομικών κατηγοριών της συγγένειας.  Δεύτερον η λεγόμενη κοινωνική γονεϊκότητα, στις οικογένειες που ανασυγκροτούνται μετά από τη διάλυση προηγούμενων, μια νομικά και βιολογικά ανύπαρκτη συγγένεια. Τρίτον η ομοφυλοφιλική συντροφικότητα και γονεϊκότητα,  αντικείμενο έντονης διεκδίκησης με τη μορφή ατομικών δικαιωμάτων. Ο συνδυασμός τους ήδη προκάλεσε σημαντικότατες μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό δίκαιο. Το ερώτημα που πλέον τίθεται είναι σε ποιο βαθμό η εξατομίκευση και ο κατακερματισμός των οικογενειακών μορφών συντελεί στην (αλλά και διαμορφώνεται από) την προϊούσα συμβατικοποίηση του οικογενειακού δικαίου.

 

ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΜΑΝΟΣ, Τμήμα Κοινωνιολογίας,  Πανεπιστήμιο Αιγαίου,  msavvakis@soc.aegean.gr

«Μετανάστες και πρόσφυγες: Θεωρητικές και μεθοδολογικές επισημάνσεις»
Η παρούσα εργασία εξετάζει σχηματικά την έννοια του μετανάστη και του πρόσφυγα, υπό το πρίσμα των ραγδαίων εξελίξεων που αφορούν αυτά τα ζητήματα σε κοινωνικό, πολιτικό, νομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Ο βασικός στόχος είναι να κατανοηθεί - με άξονα αναφοράς τη φιγούρα του «ξένου», του «διαφορετικού» και του «άλλου» - η επικρατούσα κοινωνική τάση που τείνει να θεωρεί, συλλήβδην και σχεδόν αυτονόητα, αυτές τις κοινωνικές ομάδες ως ριζική πρόκληση και δυνητικό κίνδυνο για την ευταξία, την ασφάλεια, την εργασία, την υγεία, τα ασφαλιστικά δικαιώματα, τη σεξουαλική ζωή και την καθημερινότητα της Δυτικής Ευρώπης, και της Ελλάδας ειδικότερα. Το κοινό στοιχείο πάντως της φιγούρας του μετανάστη και του πρόσφυγα είναι ότι έχει τις περισσότερες φορές, για μεγαλύτερα ή μικρότερα χρονικά διαστήματα, «ζήσει» και στις δυο συνθήκες, ή ότι δυνητικά μπορεί να «περάσει» σχετικά εύκολα από τη μια συνθήκη στην άλλη, ή ταυτόχρονα και στις δυο, ως αποτέλεσμα κοινωνικών αντιλήψεων, πολιτικών προτάσεων και νομικών περιορισμών.
Το εμπειρικό υλικό, στο οποίο εδράζεται η ανάλυση, προέρχεται από διάφορες πηγές και χώρους (π.χ. νομικό πλαίσιο, ερμηνευτικές εγκύκλιοι, υπουργικές αποφάσεις, για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τύπος, δελτία τύπου και κείμενα ομάδων αλληλεγγύης και συμπαράστασης, συμμετοχική παρατήρηση, άτυπες συζητήσεις με μετανάστες, πρόσφυγες ή αιτούντες άσυλο, ημι-δομημένες συνεντεύξεις με κοινωνικούς, πολιτικούς, πολιτιστικούς, επαγγελματικούς και συνδικαλιστικούς φορείς και ενώσεις, διδασκαλία σε σεμινάρια, συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα κτλ).
Η κεντρική θέση της εργασίας είναι ότι, συμπληρωματικά με οποιοδήποτε αίτημα ή συζήτηση κοινωνικής αφομοίωσης, ενσωμάτωσης ή ένταξης των μεταναστών και των προσφύγων, η συνολική διεκδίκηση πλήρων κοινωνικών, πολιτικών και εργασιακών δικαιωμάτων και η συνακόλουθη αναγνώριση αυτών των ομάδων ως ισότιμων «συνομιλητών», σε τυπικό και άτυπο επίπεδο, αποτελεί το μοναδικό τρόπο ενδυνάμωσης και αποδοχής, δηλαδή ουσιαστικής πρακτικής συνύπαρξης σε επίπεδο καθημερινότητας.       
 

ΣΑΜΑΤΑΣ ΜΗΝΑΣ, Αναπλ. Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης,  samatas@social.soc.uoc.gr

«H νέα παρακολούθηση των Ελλήνων πολιτών στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα υπό την επίδραση της 11/9/2001, των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004 και της παρακαταθήκης του αυταρχικού παρελθόντος»
Από την άποψη των δυναμικών εξελίξεων της νέας, ηλεκτρονικής  ‘πανοπτικής’ παρακολούθησης των πολιτών και της ανεξέλεγκτης συλλογής κι επεξεργασίας των προσωπικών τους δεδομένων σε παγκόσμια κλίμακα  από εθνικά, υπερεθνικά και αγοραία κέντρα στη μετά την 11/9 αντι-τρομοκρατική περίοδο, η Ελληνική κοινωνία αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση μελέτης  με βάση τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, αλλά και το αυταρχικό παρελθόν της αστυνομικής παρακολούθησης (φακελώματος)  μέχρι το 1974. Στην εισήγηση αυτή εξετάζω την επίδραση της 11/9 και των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας στα θέματα παρακολούθησης και προστασίας της ιδιωτικότητας των Ελλήνων πολιτών, καθώς και την αντίδρασή τους στα θέματα αυτά.
Απορρίπτοντας την ‘τεχνοκεντρική’ προσέγγιση,  με βάση την οποία οι νέες πολεμικής προέλευσης τεχνολογίες  ασφάλειας και παρακολούθησης αποτελούν πανάκεια  για όλα τα κοινωνικά προβλήματα, σε συνδυασμό με  τη λεγόμενη  ‘ασφαλιτικοποίησή’ τους (securitization),   η οποία τα θεωρεί  πρώτιστα ως  θέματα ασφάλειας, χρησιμοποιώ  μια κοινωνικο-πολιτική  ανάλυση των κυβερνητικών, υπερεθνικών και επιχειρηματικών συμφερόντων του νεοφιλελεύθερου και φιλοπόλεμου  “βιομηχανικού συμπλέγματος ασφάλειας” (Ιndustrial Security Complex),  τα οποία επιβάλουν και νομιμοποιούν πανάκριβα και αμφιβόλου αποτελεσματικότητας ηλεκτρονικά συστήματα ασφάλειας και παρακολούθησης, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων και άλλων μεγάλων σημαντικών γεγονότων (mega-events),   αλλά κυρίως για την μετά τους αγώνες καθημερινή περίοδο σε βάρος των δικαιωμάτων και ελευθεριών.
 Με βάση το αναλυτικό αυτό πλαίσιο εξετάζω τα σκάνδαλα του Ολυμπιακού συστήματος C4I, των υποκλοπών και των δωροδοκιών της Siemens, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αντίδραση και αντίσταση της κοινωνίας των πολιτών και της ΑΠΔΠΧ στη μετα-Ολυμπιακή χρήση των Ολυμπιακών καμερών ασφαλείας CCTV στην Ελλάδα. Καταλήγοντας αναλύω το «παράδοξο» σε σχέση με τη στάση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι συνήθως αντιδρούν αρνητικά σε κάθε κρατική / αστυνομική παρακολούθηση,  αλλά ταυτόχρονα αδιαφορούν στις ιδιωτικές, παρακολουθήσεις και στη συλλογή κι επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων  από την αγορά και το διαδίκτυο. Τη στάση αυτή , την οποία  έχω με εμπειρική έρευνα διαπιστώσει,  αποδίδω στην παρακαταθήκη του αυταρχικού αστυνομικού φακελώματος  μέχρι το 1974 και στο επακόλουθο έλλειμμα εμπιστοσύνης στους κρατικούς θεσμούς. Όμως αν η παρακαταθήκη αυτή αποτελεί εμπόδιο εκσυγχρονισμού σε σύγκριση με άλλες χώρες, αποτελεί ταυτόχρονα και ασπίδα για την προστασία των πολιτικών ελευθεριών  στην Ελλάδα.

 

ΣΑΡΡΗΣ ΝΙΚΟΣ, Ερευνητής  Ινστιτούτο Πολιτικής Κοινωνιολογίας  ΕΚΚΕ, nsarris@ekke.gr

«Ο θεσμός των συμβουλίων ένταξης μεταναστών ως πολιτική ένταξης των μεταναστών στην Ελλάδα»
Ο Ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης» 
δημιούργησε με το αρ. 78 ένα νέο θεσμό το Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών σε κάθε δήμο ως ουσιαστική προσπάθεια ένταξης των μεταναστών και ενσωμάτωσή τους στις τοπικές κοινωνίες.
Στόχος της εισήγησης είναι να παρουσιάσει το θεσμό στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνδυάζοντάς τον με την αρχή της επικουρικότητας, την λευκή βίβλο για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση του 2001, και την λευκή βίβλο της Επιτροπής των Περιφερειών για την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση του 2009.
Τα Συμβούλια Ένταξης Μεταναστών (ΣΕΜ) στον Καλλικράτη ακολουθούν χρονικά τον ν. 3838/2010 για την ένταξη των μεταναστών και την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας για τους μετανάστες της δεύτερης γενιάς. Αυτό συνδέεται άρρηκτα με την κοινή μεταναστευτική πολιτική της Ε.Ε. και την προσπάθεια υποδοχής και παραμονής των υπηκόων τρίτων κρατών.
Η εισήγηση αναφέρεται στον σκοπό λειτουργίας των Συμβουλίων Ένταξης Μεταναστών, τις  αρμοδιότητες και τα καθήκοντα τους, αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και τον καθοριστικό ρόλο που επιτελεί το Δημοτικό Συμβούλιο για την συγκρότησή τους και για την ψήφιση του Κανονισμού λειτουργίας τους. Επιπλέον συγκρίνει το θεσμό με αντίστοιχους ευρωπαϊκών κρατών.
Ο θεσμός των ΣΕΜ, μολονότι έχει συμβουλευτικές  αρμοδιότητες, αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα της ελληνικής πολιτείας για την ενσωμάτωση και ένταξη  των μεταναστών στις τοπικές κοινωνίες, συμβάλλει στην προαγωγή σε τοπικό επίπεδο της έννοιας του «συμπολίτη» αντί του «αλλοδαπού» και συνεισφέρει  στην  ομαλή συνύπαρξη μέσω της μείωσης των συναισθημάτων ανασφάλειας και διακρίσεων, διευκολύνοντας την επαφή με δημόσιες αρχές.
Η εισήγηση  χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζεται η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική και η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου ‘Ένταξης. Στο δεύτερο μέρος το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο. Στο τρίτο η συγκρότηση των Συμβουλίων Ένταξης Μεταναστών, ο σκοπός  λειτουργίας του και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, ενώ στο τελευταίο  γίνεται αποτίμηση του θεσμού όσον αφορά την ένταξη των μεταναστών.

 

ΣΙΑΝΟΥ-ΚΥΡΓΙΟΥ ΕΛΕΝΗ, Καθηγήτρια, Τμήμα Φ.Π.Ψ, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων,
esianou@uoi.gr

«Πανεπιστήμιο, κοινωνικές ανισότητες και κοινωνική κινητικότητα στην Ελλάδα»
Τις τελευταίες δεκαετίες είναι εντυπωσιακή η αύξηση της συμμετοχής στην ανώτατη εκπαίδευση. Το καίριο ερώτημα που τίθεται είναι, αν αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες και αυξάνει την κοινωνική κινητικότητα, καθώς οι έρευνες διεθνώς δείχνουν ότι οι σπουδές στο πανεπιστήμιο χρησιμοποιούνται κυρίως από τη μεσαία τάξη  για τη μεταβίβαση των κοινωνικών και οικονομικών προνομίων στα παιδιά τους και την κοινωνική κινητικότητα.
Στην εισήγηση επιχειρείται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, αξιοποιώντας τα ευρήματα μιας έρευνας για την επέκταση της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης και τη μετάβαση των πτυχιούχων στην αγορά εργασίας. Με βάση τα ευρήματα υποστηρίζεται ότι η διεύρυνση των ευκαιριών πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση οξύνει τις κοινωνικές ανισότητες ως προς τη συμμετοχή και τη μετάβαση στην αγορά εργασίας.  Περιορίζει τις ευκαιρίες της κοινωνικής κινητικότητας, γιατί μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ως προς την απασχόληση σε υψηλού κύρους και εισοδήματος επαγγέλματα. Τα σχετικά ζητήματα χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, καθώς μεγαλώνουν ανησυχητικά οι ευρύτερες κοινωνικές ανισότητες στην ελληνική κοινωνία μετά την κρίση και οι πολυσύνθετες διαστάσεις τους φαίνεται ότι αλληλεπιδρούν και πλήττουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις μειονεκτούσες κοινωνικές κατηγορίες αλλά και τη μεσαία τάξη.

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, triantafyllopoulou@freemail.gr

«Κοινωνικός μετασχηματισμός, ταυτότητα και ενσωμάτωση στις τοπικές κοινωνίες»
Ο μετασχηματισμός μιας τοπικής κοινωνίας και ο επαναπροσδιορισμός της φυσιογνωμίας της αποτελεί μια πολύχρονη διαδικασία, που καθορίζεται από πολλούς παράγοντες και επηρεάζει κάθε στιγμή την ζωή των κατοίκων της. Ο μετασχηματισμός της τοπικής κοινωνίας του Περιστερίου, που εν προκείμενο θα αποτελέσει παράδειγμα μας, είναι μέρος ενός ευρύτερου μετασχηματισμού και μιας σειράς ιδιαιτεροτήτων των περιοχών της Δυτικής Αθήνας .
Το 1934, που δημιουργήθηκε ο Δήμος Περιστερίου, οι μερικές χιλιάδες κατοίκων που ζούσαν στην περιοχή ήταν στην πλειοψηφία τους πρόσφυγες και λιγότερο γηγενείς. Η πυκνοκατοίκηση της πόλης από το μέσον της δεκαετίας του 1950, εκτός των άλλων, δημιούργησε ένα καμβά χαρακτηριστικών από όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Το μεγάλο αυτό πληθυσμιακά εργατικό δυναμικό δουλεύοντας  στα εργοστάσια της περιοχής, διαμόρφωσε με τα χέρια του την κατοικία του.
 Στο πλαίσιο αυτής της πολυσυλλεκτικής κοινωνίας οι σύλλογοι ήταν μια μορφή κοινωνικοποίησης και μαζικής ενσωμάτωσης στη νέα πραγματικότητα και παράλληλα διατήρησης της ταυτότητας των μελών τους, των συνηθειών τους και της μεταφερόμενης τελικά κουλτούρας τους. Μια άλλη μορφή ενσωμάτωσης αποτέλεσε η ενασχόληση τους με τα δημοτικά και πολιτικά γεγονότα της πόλης.
Από την δεκαετία του 1990, όταν η Ελλάδα γίνεται χώρα υποδοχής μεταναστών ,το Περιστέρι δέχεται τους πρώτους μετανάστες, κυρίως από την Αλβανία, και πολύ αργότερα από το Πακιστάν ,  που επιθυμούν να εργαστούν και να μείνουν στο Περιστέρι. Σταδιακά, κυρίως οι Αλβανοί δημιουργούν τις δικές τους κατοικίες, καταστήματα, τους δικούς τους τόπους ψυχαγωγίας και συνάθροισης και με τις οικογένειες τους  επιδιώκουν να αποτελέσουν κομμάτι της πόλης. Αυτό, όμως, δεν παρατηρείτε σε μετανάστες από άλλες χώρες.
 Πως όμως θα εξελιχθεί η συγκατοίκηση των Περιστεριωτών, των αλλοδαπών που χρόνια μένουν στην πόλη και των νέων κατοίκων από διάφορες χώρες και ιδιαίτερα στα δύσκολα οικονομικά χρόνια που θα έρθουν ;  Θα ενσωματώσει η πόλη τις νέες συνήθειες; Θα συνυπάρξουν οι ταυτότητες κάθε λαού με την  πορεία της  πόλης ή θα περιθωριοποιηθούν ορισμένες ομάδες; Ποιος θα είναι ο συνδετικός κρίκος αυτών; Οι λιγοστοί σύλλογοι που υπάρχουν, οι επαφές με δημοτικές κινήσεις και ανθρώπους που παίζουν ρόλο στην πόλη θα συνδράμουν στην μελλοντική συνύπαρξη;
 

ΤΣΕΚΕΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, Διδάσκων, Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο,
tsekeris@gmail.com

«Ο Bourdieu και η αναστοχαστική κριτική κοινωνιολογία»
Το πέρασμα σε μια αυτο-συνειδητά επιτελεστική σύλληψη της κοινωνιολογικής πρακτικής εμποδίζεται συνήθως από τον φόβο της «γνωστικής κυκλικότητας». Ο ίδιος ακριβώς φόβος φαίνεται να διακατέχει και την Αναστοχαστική Κριτική Κοινωνιολογία του Pierre Bourdieu: ένας θεωρητικός μηχανισμός επιστημολογικής ισχύος, ο οποίος δικαιολογεί την έκκληση για μια «σχεσιακή», «φιλική-στο-χάος» και «ανίσχυρη» κοινωνική θεωρία.
Εκ πρώτης όψεως, ο Γάλλος κοινωνιολόγος δείχνει να διατηρεί μια «ριζικά αναστοχαστική» σχέση με την επιστημονική γνώση και την πολιτισμική παραγωγή εν γένει. Εναντιώνεται με σφοδρότητα στις κατεστημένες επιστημολογικές αντιλήψεις, πεποιθήσεις και έννοιες, στην κυρίαρχη «δόξα» του κριτικού στοχασμού, στους κομφορμιστικούς τρόπους σκέψης (που αιχμαλωτίζουν τη διαφορετικότητα, την αποσυσπείρωση και τη χειραφετική προοπτική), όπως επίσης και στις κοινά αποδεκτές ιεραρχήσεις των γνωστικών αντικειμένων.
Η επιστήμη είναι ένα απρόβλεπτο κοινωνικό «πεδίο» δυνάμεων, συγκρούσεων, και σχέσεων εξουσίας, ένας μεταβαλλόμενος χώρος ανταγωνιστικής συνύπαρξης «δρώντων-φορέων» που διαρκώς αγωνίζονται για να διατηρήσουν ή να βελτιώσουν τη θέση τους, για να αποκτήσουν και να συσσωρεύσουν «επιστημονικό κεφάλαιο» (κύρος, γόητρο, φήμη, διασημότητα, αναγνώριση κλπ), μια απαιτητική «αρένα» στην οποία «αν υπάρχει κάποια αλήθεια, είναι ότι η αλήθεια είναι ένα διακύβευμα αγώνων».
Παρά ταύτα, ο Bourdieu υποκύπτει τελικά – μέσω μιας «διπλής αντικειμενικοποίησης ή ιστορικοποίησης» (μιας ιστορικοποίησης δηλαδή τόσο του υποκειμένου όσο και του αντικειμένου της γνώσης) – στον «πειρασμό» της ολιστικής σύλληψης του κοινωνικού σύμπαντος, της επανεισαγωγής ενός «ισχυρού» κριτηρίου αντικειμενιστικής αλήθειας από την κοινωνιολογική πίσω πόρτα.
Ο μπουρντιεϊκός αναστοχαστικός λόγος, στην προσπάθειά του να αγγίξει έναν «ανώτερο ορισμό αντικειμενικότητας», αυτο-εξαιρείται και άρα αυτο-προστατεύεται από τους καθημερινούς αγώνες για «να αποκτήσει κάποιος το μονοπώλιο της εξουσίας να καθιστά κάτι ορατό και πιστευτό, γνωστό και αναγνωρισμένο, της εξουσίας να επιβάλλει τον νόμιμο ορισμό των διαιρέσεων του κόσμου και, επομένως, να φτιάχνει και να χαλάει τις ομάδες» (Bourdieu 1999). Για τον Bourdieu, αυτοί οι συμβολικοί «καθημερινοί αγώνες» πρέπει απλώς να αντικειμενοποιηθούν.
Αυτή η ηγεμονική αντίληψη τείνει αναπόφευκτα στην αυτοκαθιέρωση/απολυτοποίηση του ίδιου του Bourdieu σε «αναγκαίο ερμηνευτή», ο οποίος, από μια δήθεν ανεξάρτητη, προνομιακή «δευτέρας-τάξεως οπτική», επιδιώκει όχι απλώς να κατανοήσει τα υπό εξέταση κοινωνικά φαινόμενα αλλά και να υποβάλει (ή να επιβάλει) τις δικές του εννοιολογήσεις, τους δικούς του όρους, τις δικές του επιστημολογικές προϋποθέσεις.
Κοντολογίς, στο ολιστικό πλαίσιο της μπουρντιεϊκής Αναστοχαστικής Κριτικής Κοινωνιολογίας, ο κονστρουκτιβισμός/κυκλικότητα απευθύνεται επιλεκτικά στο επίπεδο των επιτελεστικών – συγκροτητικών του κοινωνικού κόσμου – αναπαραστάσεων των καθημερινών «δρώντων-φορέων», οι οποίες, με τη σειρά τους, επικαθορίζονται από μια αντικειμενική δομή θέσεων – μια «δομή» που φυσικά υπαγορεύεται από τον ίδιο τον Bourdieu. Κατά συνέπεια, ο Γάλλος κοινωνιολόγος ασκεί (ασύνειδα ίσως) την εξουσία του «ασύλληπτου απόντος», την οποία έχει σαφώς επικρίνει.
Μια γνήσια «αναστοχαστική» μεθοδολογία, ωστόσο, οφείλει να ενθαρρύνει την έκπληξη, να εισάγει αστάθεια και να διευκολύνει τον πλουραλισμό, την  ανάδυση, την ποιοτική αλλαγή, τη διαλογική συνεργασία και την προσαρμοστικότητα, αρνούμενη ρητά την ψευδαίσθηση του ελέγχου και αγκαλιάζοντας την πολυπλοκότητα, το χάος, την αβεβαιότητα και το απρόβλεπτο.
 

ΤΣΙΛΙΓΓΙΡΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, vtsiligiri@gmail.com

 «Γυναίκες και δημόσιος χώρος. Η περίπτωση των μειονοτικών γυναικών της Ξάνθης»
Το θέμα που θα ήθελα να παρουσιάσω αφορά τις γυναίκες της μειονότητας της Ξάνθης και τη σχέση τους με το δημόσιο χώρο. Αποτελεί μια σύνοψη της διπλωματικής μου εργασίας που εκπονήθηκε στα πλαίσια του ΠΜΣ Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου.
Θα δοθεί έμφαση στην μεταπολιτευτική περίοδο και πιο συγκεκριμένα στην περίοδο από το 1990 και έπειτα, όπου και διαπιστώνεται για πρώτη φορά μια σημαντική αλλαγή στη στάση της πολιτείας, τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιου λόγου. θα πραγματεύεται τη θέση των γυναικών της μειονότητας στη δημόσια σφαίρα, τόσο με βάση τον παράγοντα φύλο, όσο και τη μειονοτική τους ταυτότητα ενώ παράλληλα θα εξετάζει τη συμμετοχή των γυναικών στην εκπαίδευση και την εργασία ως βασικών παραγόντων για την δυνατότητα ενεργούς εμπλοκής στη δημόσια ζωή.
Συχνά διαπιστώνουμε ότι ο αποκλεισμός των μουσουλμάνων γυναικών από τον δημόσιο χώρο ερμηνεύεται ως φυσική απόρροια της ένταξης τους στην ισλαμική πίστη, όμως, όπως θα θέλαμε να δείξουμε, η θρησκευτική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα της μειονότητας δεν αποτελεί επαρκή εξηγητικό παράγοντα για την κατανόηση αυτού του αποκλεισμού.
Στο πλαίσιο αυτό θα χρησιμοποιηθούν στοιχεία από την έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε στο νομό της Ξάνθης το διάστημα από το Δεκέμβριο του 2009 έως τον Μάρτιο του 2010 και συμπεριλάμβανε την συμπλήρωση ενός ερωτηματολογίου το οποίο για την διευκόλυνση των συμμετεχουσών, είχε μεταφραστεί και στα τουρκικά. Η ανάλυση των δεδομένων της έρευνας έγινε με τη βοήθεια του στατιστικού πακέτου SPSS 17.
Μέσα από την προαναφερθείσα έρευνα διαπιστώνουμε ότι οι νεαρές γυναίκες της μειονότητας, η γενιά η οποία επηρεάστηκε εκ των πραγμάτων από τις αλλαγές που σημειώθηκαν την δεκαετία του 1990 και συγκεκριμένα από τις μεταρρυθμίσεις και τα θετικά μέτρα στον τομέα της εκπαίδευσης, έχουν καλύτερο μορφωτικό επίπεδο σε σχέση με τις παλαιότερες γενιές γυναικών τις μειονότητας. Αν και φαίνονται να αναγνωρίζουν τις δυσκολίες και τα εμπόδια που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν όντας μέλη της μειονότητας αλλά και γυναίκες, εμφανίζονται περισσότερο δραστηριοποιημένες, ενημερώνονται για τα προβλήματα του τόπου τους και φαίνεται σιγά σιγά να διεκδικούν την καλύτερη πρόσβαση στο δημόσιο χώρο.  
 

ΦΟΥΣΚΑΣ ΘΟΔΩΡΟΣ, Διδάκτωρ, Τμήμα Κοινωνιολογίας,  Πάντειο Πανεπιστήμιο, theofsks@yahoo.gr

«Χαμηλού κύρους εργασία και αποσυλλογικοποίηση: Η περίπτωση των μεταναστών από την Παλαιστίνη στην Αθήνα»

Από τη διεθνή βιβλιογραφία διαπιστώνεται ότι λόγω της ποιότητας και του χαρακτήρα της εργασίας των μεταναστών υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες στη συλλογική τους οργάνωση. Η εισήγηση επικεντρώνεται στις επιπτώσεις της εργασίας και της απασχόλησης στα χαμηλού κύρους επαγγέλματα επάνω στη συλλογική οργάνωση και αντιπροσώπευση των μεταναστών. Η μικρο-κοινωνιολογική ανάλυση εστιάζει στην περίπτωση των μεταναστών από την Παλαιστίνη στην Αθήνα και πως το πλαίσιο εργασίας και απασχόλησής τους επιδρά στη συμμετοχή τους στον μεταναστευτικό εργασιακό σύλλογο «Ένωση Παλαιστινίων Εργαζομένων Ελλάδος» καθώς και στα ελληνικά συνδικάτα. Αυτό που διαφαίνεται από τις εις βάθος συνεντεύξεις είναι ότι οι χώροι θρησκευτικής λατρείας και οι ομαδικές συναντήσεις σε κατοικίες αντικαθιστούν τις όποιες προσπάθειες συλλογικής οργάνωσης και οργανωμένης διεκδίκησης. Η πλειονότητα των Παλαιστινίων φαίνεται να μην αποκτά ιδιότητα μέλους στον εργασιακό σύλλογό τους και να μην διεκδικεί τα εργασιακά δικαιώματά της. Αντιθέτως, οι μετανάστες αναπτύσσουν ατομικιστικές συμπεριφορές, στηρίζονται σε άτυπα δευτερογενή δίκτυα για αναζήτηση αλληλεγγύης ενώ υιοθετούν εναλλακτικές λύσεις επιβίωσης και προστασίας.    

ΧΑΛΑΡΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑ, Ερευνήτρια, Hellenic Observatory, LSE, athanasia.chalari@manchester.ac.uk

«Κοινωνική αλλαγή στην σύγχρονή ελληνική κοινωνία: Η συνεισφορά της νέας γενιάς Ελλήνων μέσω των υποκειμενικών τους εμπειριών»
Η Ελληνική κοινωνία βιώνει μια σημαντική οικονομική, πολιτική και κοινωνική αλλαγή. Πολλά έχουν ειπωθεί για τις οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις που η Ελληνική κοινωνία οφείλει να αντιμετωπίσει. Εντούτοις το κομμάτι της κοινωνικής αλλαγής της συγκεκριμένης κοινωνίας  δεν έχει λάβει ανάλογη προσοχή και συστηματική ανάλυση. Η νέα γενιά Ελλήνων, πλέον βιώνει μια νέα κοινωνική πραγματικότητα (σε σχέση με τις παλαιότερες γενιές) η οποία χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, αστάθεια, ανασφάλεια και αδυναμία παραγωγής συγκεκριμένων πλάνων για το μέλλον.  
Συγκεκριμένα η νέα γενιά Ελλήνων καλείτε να λύσει κοινωνικές δυσλειτουργίες που κληρονόμησε από τις παλαιότερες γενιές οι οποίες σχετίζονται με παγιωμένες νοοτροπίες και αντιλήψεις. Αυτές οι νοοτροπίες δεν είναι πλέον λειτουργικές και σχετίζονται με την απαίτηση κατοχύρωσης μόνιμης εργασίας, διασφάλισης συνταξιοδότησης, την προσδοκία κοινωνικής κινητικότητας και αναγνώρισης και το προσδοκώμενο κύρος και ισχύ  που παρέχουν τα κοινωνικά δίκτυα. Οι Έλληνες τώρα καλούνται να αναδιοργανώσουν την οικονομία, την πολιτική καθώς και την Ελληνική κοινωνία αλλάζοντας παλαιότερες πρακτικές και εγκαθιδρυμένες νοοτροπίες και ακόμα σημαντικότερα, αλλάζοντας την καθημερινότητα τους. Σκοπός της συγκεκριμένης  εισήγησης είναι να μελετήσει τους τρόπους με τους οποίους η νέα γενιά Ελλήνων, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, συνεισφέρουν και βιώνουν αυτήν την κοινωνική αλλαγή και να ερευνήσει αν αυτό το κοινωνικό φαινόμενο σχετίζεται  με την υποκειμενικότητά τους.
 

ΧΑΛΑΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Αναπλ. Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, halaris@social.soc.uoc.gr

«Κρίση και υπέρβαση: Σε αναζήτηση αναπτυξιακού υποδείγματος»
Η χώρα έχει εισέλθει σε μια κατά τα φαινόμενα μακρά και πολύπλευρη κρίση, γεγονός που επιβάλλει την ανάγκη επισταμένων διερευνήσεων ως προς τον τρόπο εξόδου από αυτήν και τις ενυπάρχουσες εναλλακτικές δυνατότητες. Βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, βιώσιμη ανάπτυξη και πολιτική νομιμοποίηση συνιστούν το τρίλημμα της κρίσης, η επίλυση του οποίου επιβάλλει καταρχάς την ανάγκη μιας πειστικής διερεύνησης της ελληνικής κρίσης. Είναι αυτονόητο ότι πραγματική και δημιουργική υπέρβαση της κρίσης δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνον αν κατανοηθούν επαρκώς τα αίτια και οι διαδικασίες που οδήγησαν σε αυτήν.
Στην παρούσα εισήγηση, θα επιδιωχθεί να απαντηθούν δύο βασικά αλλά σύνθετα ερωτήματα:
 Το πρώτο αναφέρεται στη διερεύνηση των αιτιών της κρίσης, με έμφαση στη συνύφανση εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που αναπτύσσουν τη δυναμική τους στο πλαίσιο διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα κατά τη διαδρομή της χώρας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης υπό συνθήκες «νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης».
Με το δεύτερο ερώτημα, θα τεθεί το ζήτημα των δυνατών επιλογών για μια δημιουργική υπέρβαση της κρίσης, με αφετηρία τις διαπιστώσεις που προκύπτουν από την επεξεργασία του πρώτου ερωτήματος ως προς τα αίτια της κρίσης, οι οποίες και θα συνδράμουν στην αποτίμηση των πραγματικών δυνατοτήτων  των διαφορετικών επιλογών.  Θα επιδιωχθεί τέλος η σκιαγράφηση ενός αναπτυξιακού υποδείγματος στις παρούσες συνθήκες, ως βέλτιστο αλλά και ρεαλιστικό μίγμα πολιτικών εκ των οποίων άλλες  ανήκουν στην αναπτυξιακή και άλλες στη  ρυθμιστική σφαίρα της κρατικής παρέμβασης (Developmental State/Regulatory State).

 

ΧΙΩΤΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ, Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

«Απομάγευση των ειδώλων: Κυρίαρχα ιδεολογικά πρότυπα της μεταπολίτευσης και η δυναμική τους»
Στην εισήγηση γίνεται προσπάθεια ενός εμπειρικού απολογισμού και μιας αποτίμησης μέσα από την πράξη ορισμένων από τα κυρίαρχα ιδεολογικά πρότυπα και τις αξιακές πεποιθήσεις της Μεταπολίτευσης. Στη βάση στατιστικών στοιχείων από δημοσκοπήσεις εξετάζεται και το ερώτημα, αν αυτά τα πρότυπα που είχαν μιαν ‘ηγεμονική’ θέση στην κουλτούρα και στη διανόηση ήσαν όντως ‘κυρίαρχα’ σε όλη την κοινωνία. Τα πρότυπα αυτά δεν εξετάζονται από την οπτική γωνία της  … «αλήθειας» ή του «ψεύδους», όπως ορίζονται οι έννοιες αυτές μέσα από το πρίσμα των ανάλογων ιδεολογιών και των αντίστοιχων «ηθικών πεποιθήσεων», αλλά μάλλον σε σχέση με τη δυναμική τους, άρα τις συγκεκριμένες επιπτώσεις, αλλά και τις παρενέργειες που έχουν στη διαμόρφωση της κοινωνικής δράσης.
 Από τη σκοπιά αυτή, τα πρότυπα δράσης, που κινούνται πάνω στις γραμμές ορισμένων ιδεολογιών, ερμηνεύονται μάλλον ως συλλογικές ή/και εξατομικευμένες «αξιακές πεποιθήσεις και κρίσεις» (Werturteile), σύμφωνα με τον Max Weber. Το ζήτημα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι, πού οδήγησαν ή που οδηγούν στην πράξη οι αξιακές και ιδεολογικές αυτές πεποιθήσεις και κρίσεις.  Στη διαδικασία αυτή, το εμπειρικό και νηφάλιο στάθμισμα των σκοπών με τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας μπορεί να αποτελέσει το κατώφλι όπου μπορούν να διαχωρίζονται τα συμβολικά και δημιουργικά πρότυπα του ‘μύθου’ από τα μάλλον παραπλανητικά είδωλα του ‘παραμυθιού’.